Της Λευτεριάς Μανάδες

Η σχέση των γυναικών με τον πόλεμο (που τόσο επικαιροποιείται από την ηρωϊκή μάχη των Κούρδισσων στο Κομπάνι) είναι μια από τις “αφηγήσεις” που περιγράφουν την ιστορία του κόσμου “σε δυο γραμμές”. Όλος ο πόνος, η τραγωδία, οι οιμωγές των αδύναμων “που καταντούν πραμάτεια” για να θυμηθούμε τον Σεφέρη στο Σαλέρνο, αλλά και η (μπορεί διακεκομένη μα ταυτόχρονα διαρκής τους)|έφοδος στον ουρανό, όταν ορθώνονται κι αποφασίζουν να αναμετρηθούν με την μοίρα, βρίσκονται μέσα στο παλίμψηστο αυτής της άνισης κι ασύδοτης αναμέτρησης. Η καταγραφή της στις ποικίλες εκδοχές του λαϊκού τραγουδιού γειώνει “το αιώνιο” στις πολιτισμικές παραμέτρους κάθε εποχής και στους κοινωνικούς τους ρόλους, δείχνοντας ανάμεσα σε άλλα πλείστα και σημαντικά και την εξέλιξη τους, παρόλο που μέσα από την καταγραφή την ίδια ώρα το επαναεπιβεβαιώνει. Από τις φωνές των αιχμάλωτων γυναικών της Τροίας που μέσα από την πένα του Ευριπίδη εξακολουθούν στα τραγούδια του “Χορού” να στοιχειώνουν τους αιώνες, ξορκίζοντας τον παραλογισμό του πολέμου στην αντιπολεμική και αντιθεϊστική τραγωδία “Τρωάδες” που «διδάχθηκε» στα 415 π.Χ., (δηλαδή στη σκιά της ολοκληρωτικής ισοπέδωσης της Μήλου από τους Αθηναίους…) περνούν αιώνεες μέχρι την Αντρειωμένη λυγερή των ακριτικών τραγουδιών. Σύμφωνα με την έρευνα του Φώτου Πολίτη μια τέτοια αναφέρεται άλλωστε ως “η μάνα του Διγενή”… Η γυναίκα γίνεται άνθρωπος που δεν θρηνεί μονάχα αλλά και (ως εξαίρεση έστω) δρα, έστω και άνθρωπος μισός:“κάπου πόλεμος γίνεται σ ανατολή και δύση/ και το μαθε μια λυγερή και πάει να πολεμήσει”.

Η κόρη-μαχητής το θηλυκό ισοδύναμο του μεγάλου ήρωα, μπορεί να τελειώνει με την σεξουαλική υποταγή της κόρης και όχι με τον θάνατό της, αλλά ακόμη κι αυτό αποτελεί εμφανές προχώρημα και υποχώρηση ταυτόχρονα σε σχέση τις αμαζόνες βασίλισσες…(βλέπε A. Doyle, Husbands and Wives, 2003). Ζει μέσα απο την επαναοικειοποίηση των ορίων που της υπενθυμίζει ένα δυνατότερο αρσενικό.

Στα κλέφτικα, μετά την σκλαβιά κι όπως εξαφανίζοται οι Διγενήδες, ο μύθος υποχωρεί και δεν υπάρχει η “ατρόμητη έφιππη”, στοιχειό της ίδιας της δύναμης της φύσης στις εσχατιές της Ανατολικής αυτοκρατορίας, αλλά η μασκαρεμένη σ άντρα γυναίκα που παίζει παιχνίδια με τους κλέφτες :“κανείς δεν την εγνώρισεν από την συντροφιά της…/ εκόπη τ ασημοκουμοόκι εφάνη το βυζί της”. Η παρενδυσία εδώ, επενδεδυμένη με εθνικά κίνητρα, αντιμετωπίζεται σε περισσότερες από 40 παραλλαγές πότε μέσα από μια οικογενειακή τραγωδία (χτυπά θανάσιμα αυτόν που της ρίχνεται κι ανακαλύπτει πως είν ο αδερφός της) ή με γάμο, ή μέσα από μια απροσδιόριστη αμηχανία που δεν ορίζει τέλος κανένα.

Τα τραγούδια όμως που περιγράφουν την συμβολή των γυναικών του 40 υπόσχονται τέλος καθώς ο μεγάλος πόλεμος θα ήταν η τελευταία θυσία πριν από έναν κόσμο ισότητας και δικαιοσύνης. Έναν κόσμο ελευθερίας που θα την έπαιρνε ο καθένας μέσα από την συμμετοχή του: “ Όμορφη μια ανταρτοπούλα πάνω στα βουνά/ πολεμάει για να φέρει την ελευθεριά..” (Ανταρτοπούλες, δημοτικό του Μοριά).

Ενώ, παρόλο που οι κοινωνικοί ρόλοι δεν ανατρέπονται και ο άνδρας προβάλλεται ως ο κύριος δράστης, βαθαίνει η ανθρώπινη διάστασή τους, όπως φαίνεται στο πολύ γνωστό Η μάνα του αντάρτη: Μέσα στην καταιγίδα του πολέμου, / στου φασισμού τη μαύρη σκοτεινά, /πήρες ντουφέκι και θέλεις γιε μου/ να πας αντάρτης, επάνω στα βουνά. /»Σκλάβος δε θέλεις εσύ να ζήσεις, / σκλαβιάς δε στέργεις σίδερα βαριά. /Πήρες ντουφέκι, θες να πολεμήσεις/ για της Ελλάδας μας τη λευτεριά. /γεμίζουν γιε μου δάκρυα τα μάτια, / και σπαρταρά η δόλια μου η καρδιά, / τα σωθικά μου γίνονται κομμάτια/ τώρα που φεύγεις με τ’ άλλα τα παιδιά. /Ομως, παιδί μου, χτυπάει η καμπάνα, / έφτασε η ώρα η σκληρή του χωρισμού/Σήκω, κι εγώ σαν Ελληνίδα μάνα, / σε θέλω σταυραϊτό του λυτρωμού. /Με του ΕΛΑΣ τους ένδοξους αντάρτες/ τη λευτεριά να φέρετε στη γη, /νέας ζωής, εμπρός επαναστάτες, για να ροδίσει ολόφωτη αυγή. /

«Οι στίχοι (συνδεδεμένοι με την εκτελεσμένη Βασιλική Σταυροπούλου) άρεσαν στους αντάρτες, έχει γράψει ο Ευάγγ. Μαχαίρας. Ολοι έβλεπαν σ’ αυτούς τη δική τους μάνα.» ..” το τραγουδούσαμε και δακρύζαμε…. » Η γυναίκα στα μετόπισθεν δίνει λοιπόν συναισθηματική συνοχή και κουράγιο στους πρωταγωνιστές του μετώπου. Αλλά οι γυναίκες της Πίνδου αποτελούν από μόνες τους σχολή πριν την συγκρότηση των αντάρτικων σωμάτων που άλλαξαν τους έμφυλους ρόλους μαζικά (Τασούλα Βερβένιώτη, «Η γυναίκα της Αντίστασης, η είσοδος των γυναικών στην πολιτική») “Ενώ πολεμούσαν οι άντρες στα χιονισμένα βουνά αυτές ανέβαιναν εκεί ζωσμένες πυρομαχικά, τρόφιμα και ζεστά ρούχα που έπλεκαν οι νέες του χωριού (κάλτσες, φανέλες, μπλούζες). Σε ένα άρθρο του πολεμικού τύπου αναφέρεται ότι όταν διατάχτηκε η 8η Μεραρχία να μεταβεί στο μέτωπο, οι γυναίκες μετέφεραν στις κορυφές των βουνών τα πυροβόλα, τις οβίδες και τα λοιπά πυρομαχικά…. διόρθωναν τους δρόμους ρίχνοντας πέτρες στις λάσπες έτσι ώστε να μπορέσει να περάσει ο στρατός χωρίς καθυστερήσεις. Στη συνέχεια φορτωνόντουσαν τα απαραίτητα στη πλάτη και τα μετέφεραν. Στην επιστροφή μετέφεραν τους τραυματισμένους και τους πήγαιναν στα νοσοκομεία που και εκεί βρισκόντουσαν γυναίκες έτοιμες να προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες.(Κώστας Ν.Χατζηπατέρας, Μ.Φαφαλιού, «Μαρτυρίες 40- 41»). Αυτήν την εκπληκτική συμβολή θα τιμήσει ως επίλογο ο Πυθαγόρας στον εμβληματικό δίσκο Αλβανία που βγαίνει τον 1ο χρόνο της μεταπολίτευσης για να κλείσει μια ολόκληρη εμφυλιακή εποχή: Γυναίκες Ηπεειρώτισσες ξαφνιάσματα της φύσης/ εχθρέ γιατί δεν ρώτησες ποιον πας να κατακτήσεις… γυναίκες απ’ τα σύνορα, κόρες γριές κυράδες, φωτιά μες στους βοριάδες, εσείς θα είστε σίγουρα της λευτεριάς μανάδες…

Ελένη Καρασαββίδου