“Αμάρυνθος”: Προς τα πού είναι η έξοδος κινδύνου για τις γυναίκες;

Δημοσιεύουμε εκτενή ανάλυση της φεμινιστικής συλλογικότητας Φέμιν@tre, για το θεατρικό «Αμάρυνθος» που πρόσφατα παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου.
Ήδη έχουμε αναρτήσει σχετικό κείμενο της Βέρας Σιατερλή, και πιστεύουμε ότι ο διάλογος πάνω στο σημαντικό θέμα της Αμαρύνθου και όσων έγιναν σ’ αυτή τη μικρή πόλη το 2006 και όσων ακολούθησαν είναι εξαιρετικά ενδιαφέρων για την ανάλυση της κουλτούρας του βιασμού. 
Οπότε, ευχαρίστως θα δημοσιεύσουμε κι άλλα κείμενα που αναφέρονται στο θέμα.
Σ.Β.

Οκτώβριος 2006: Στην Αμάρυνθο, μια κωμόπολη της Εύβοιας, μια μητέρα μετανάστρια από τη Βουλγαρία με την κόρη της πηγαίνουν στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής να καταγγείλουν το βιασμό της κόρης από συμμαθητές της. Σύμφωνα με την κοπέλα, ο βιασμός έγινε στις τουαλέτες τού υπό κατάληψη σχολείου, όπου βιάστηκε από τέσσερις συμμαθητές της, ενώ συμμαθήτριές της βιντεοσκοπούσαν με τα κινητά τους τηλέφωνα. Η βιασθείσα βρέθηκε αντιμέτωπη με όλη την τοπική κοινωνία, με τους βιαστές και τους υποστηρικτές των βιαστών να κάνουν λόγο για “προκλητική συμπεριφορά”, “υπερβολική έκθεση του γεγονότος, μιας και παιδιά είναι, θα το ξεχάσουν”. Σε αυτά να προστεθεί και ο ρατσιστικός λόγος για την καταγωγή της κοπέλας (“εύκολη Βουλγάρα”). Η κοινωνική πίεση ήταν τέτοια που η κοπέλα με τη μητέρα της αναγκάστηκαν να μετακομίσουν στην Αθήνα. Στη δίκη, 4 χρόνια μετά, οι βιαστές και οι κατηγορούμενες για συνέργεια αθωώθηκαν, ενώ εναντίον της κοπέλας υποβλήθηκαν μηνύσεις (για ψευδορκία, συκοφαντική δυσφήμιση κ.ά.).

Δώδεκα χρόνια μετά: Η κα Μάρθα Μπουζιούρη, ως σκηνοθέτιδα/σεναριογράφος και υποψήφια διδάκτωρ κοινωνικής ανθρωπολογίας, ανεβάζει μια παράσταση με τίτλο “Αμάρυνθος”, επιχειρώντας να δει πώς ερμηνεύτηκε και επικοινωνήθηκε μια ευαίσθητη υπόθεση που αφορά εφήβους (πηγή: Popaganda). Σε συνέντευξή της στη Lifo αναφέρει ότι έκανε μια εθνογραφική έρευνα σε συνεργασία με το Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου  και με σύμβουλο έρευνας την καθηγήτρια  κα Αθηνά Αθανασίου, η οποία ειδικεύεται σε ζητήματα φύλου (πηγή: Lifo), προσεγγίζοντας “πρόσωπα που έχουν εμπλακεί στην υπόθεση” (πηγή: Lifo). Αναφέρει ότι δεν ενδιαφέρεται να κάνει μια παράσταση “δίκη”, αλλά αναζητά τον χώρο ανάμεσα σε δύο αλήθειες-στρατόπεδα, από τη μία των φεμινιστικών κι άλλων οργανώσεων και συλλογικοτήτων και από την άλλη των υποστηρικτών των θυτών. Κάνει λόγο για ένα γεγονός που όσο γρήγορα “φούσκωσε” άλλο τόσο γρήγορα “ξεφούσκωσε” από τη μανία των ΜΜΕ που δεν αναγνώρισαν το ευαίσθητο της εφηβικής ηλικίας. Μιλάει για το πώς μέσω της τέχνης μπορούν να  δημιουργηθούν γέφυρες μεταξύ των δύο “στρατοπέδων”, ώστε να λάμψει η αλήθεια. Και αυτό που την ενδιαφέρει είναι να δείξει στην παράστασή της το ρόλο των ΜΜΕ. Παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα από τη συνέντευξή της στη Lifo που συνοψίζουν αυτά που τελικά “έκαναν εντύπωση” στην κα Μπουζιούρη 12 χρόνια μετά από αυτόν το βιασμό και τα οποία την απασχόλησαν στο έργο.

“[…] εμείς μπήκαμε στη διαδικασία να ξαναπροσεγγίσουμε αυτή την υπόθεση για να δούμε πάνω σε ποιους μηχανισμούς χτίστηκε η αλήθεια ως συγκρουσιακή κατασκευή και αντίστοιχα πώς αποδόθηκε Δικαιοσύνη”.

“Επίσης, ο ρόλος που έπαιξαν τα μίντια στην ιστορία της Αμαρύνθου, κατά τη γνώμη μου, είναι καθοριστικός. Στην παράσταση εξετάζουμε το ρόλο αυτό σε τρία επίπεδα.

Το πρώτο έχει να κάνει με το ότι, αντιδεοντολογικά εντελώς, αποκάλυψαν προσωπικά δεδομένα. Μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για μαθητές. Μιλάμε, δηλαδή, για μια υπόθεση ανηλίκων που εξετάζεται και εκδικάζεται κεκλεισμένων των θυρών. Στην προκειμένη περίπτωση, το ζήτημα των προσωπικών δεδομένων είναι ακόμη πιο ευαίσθητο.

Βγήκαν στη δημοσιότητα ονόματα, εκφράστηκαν θέσεις για το τι έγινε στις τουαλέτες, τι είπε η μία και η άλλη πλευρά, και ακόμα και τις φορές που δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα ονόματα, φωτογραφήθηκαν εμμέσως τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.

Το δεύτερο είναι ότι ένα μέρος των ΜΜΕ, μια σημαντική μερίδα, τάχθηκε πάρα πολύ γρήγορα στο πλευρό της κοπέλας και είχαμε αυτό που ονομάζουμε “άρση του τεκμηρίου αθωότητας”. Με το που “έσκασε” η υπόθεση, την επόμενη μέρα είχαμε ήδη αρχίσει να μιλάμε για τους βιαστές και τη βιασθείσα, και ξαναλέω, σε μια υπόθεση που έχει να κάνει με παιδιά.

Το τρίτο προβληματικό στοιχείο είναι πως όταν το θέμα αυτό “στραγγίστηκε” και ειπώθηκαν όλα όσα είχαν να ειπωθούν, τα ΜΜΕ μπήκαν σε μια διαδικασία να μιλήσουν για το πόσο προβληματικές είναι οι καταλήψεις στα σχολεία. Πως είναι άντρο ακολασίας και οργίων, πως τα παιδιά θα πρέπει να προστατευτούν και να απαγορευτεί η χρήση κινητών τηλεφώνων. Δαιμονοποιήθηκε, δηλαδή, μέχρι και η τεχνολογία, που ήταν και αρκετά καινούργια εκείνη την εποχή”.

Τελειώνει τη συνέντευξή της, λέγοντας: “Προσωπικά πιστεύω ότι εάν η άρση του δικαιώματος στη λήθη δεν γίνεται βάζοντας ξανά ανθρώπους στο στόχαστρο έτσι γενικευμένα, αλλά προσπαθώντας να κατανοήσουν τις δύο πλευρές και να τις φέρουμε, αν αυτό είναι εφικτό σε μια σχέση, αν όχι διαλόγου τουλάχιστον να ακούσουν η μία την άλλη τότε ναι, έχει νόημα. Στην παράσταση έχουμε ήδη καλέσει όλα τα πρόσωπα που προσεγγίσαμε κατά τη διάρκεια της έρευνας. Αν έρθουν θα βρεθούν για πρώτη φορά μαζί σε ένα κοινό χώρο. Στην πλειοψηφία τους αυτά τα πρόσωπα που ανήκουν είτε στο ένα στρατόπεδο είτε στο άλλο δεν έχουν έρθει ποτέ σε επικοινωνία. Η πρόθεση είναι λοιπόν αυτή, να δημιουργηθεί ένας χώρος επικοινωνίας και να διαπραγματευτούμε την αλήθεια ως μη λήθη, ως ανάγκη να ξανακοιτάξουμε το παρελθόν και να δημιουργήσουμε ένα πιο ανεκτικό και φιλόξενο μέλλον.”,

 ή αλλιώς: Όταν κρατάς ίσες αποστάσεις σε ένα βιασμό, είσαι με το μέρος των βιαστών

Πολλά ερωτήματα εγείρονται από το δημόσιο λόγο της κας Μπουζιούρη για το έργο “Αμάρυνθος”. Η πλαισίωση δε από την κα Αθηνά Αθανασίου είναι απογοητευτική και αθροίστηκε στην εμπειρία μας ότι τα gender studies δεν σχετίζονται απαραίτητα με τους φεμινισμούς∙ στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ακαδημαϊκοί όροι δεν σχετίστηκαν με τους θεωρητικούς όρους του φεμινισμού, πόσο μάλλον με τους κινηματικούς. Απλώς, οι φεμινιστικοί όροι ουσιαστικά απείχαν πλήρως και καταδικάστηκαν ως το “ένα άκρο”. Μας έμεινε μια αποεμφυλοποιημένη αφήγηση για ένα βιασμό που υπερπλαισιώθηκε, ωστόσο, από επιστημονικές/φιλελεύθερες/δικονομικές/μιντιακές ευαισθησίες, σκοτάδια και δύο άκρα – δύο αλήθειες, για να οδηγηθούμε όντως σε μία πραγματική αλήθεια: στη συντηρητική και αντιδραστική αλήθεια της αυθεντίας. Ένα χίπστερ αποτέλεσμα μιας γλώσσας “προβληματισμού” από τα έξω, από τα πάνω και από τα “απέναντι”, “ντύνει” το απογυμνωμένο αυτό πλαίσιο για να στρέψει αλλού τη ματιά. Είναι πολύ προβληματική η επιλογή να αγνοηθεί/ούν ο φεμινισμός/οι φεμινισμοί από κοινωνικούς ανθρωπολόγους και θεωρητικούς των gender studies που συνομίλησαν για ένα τέτοιο έργο.

Η επιδεικτική αδιαφορία προς τη βιασθείσα και τα συναισθήματά της (από φίλο της που έδωσε συνέντευξη στην ερευνητική ομάδα μεταφέρεται η επιθυμία της, να μην δοθεί συνέχεια), αλλά και προς όλο τον κόσμο που στάθηκε στο πλευρό της τότε, σήμερα και πάντα, είναι πιο σημαντικό έλλειμμα/πρόβλημα από κάθε αγωνία για μια σωστή εθνογραφική μέθοδο και κάθε παρουσία με “έγκυρη” υπογραφή. Αντιθέτως, αυτή ακριβώς η άρνησή της, έγινε μέρος της παράστασης, ενταγμένη στην παρουσίαση των συνεντεύξεων που πραγματοποιήθηκαν. Θεωρούμε ότι αυτό είναι κάτι που πρέπει να ειπωθεί πριν παρουσιάσουμε τα ερωτήματα/προβληματισμούς μας.

Και θα ξεκινήσουμε με τη βασική μας διαπίστωση: Για εμάς, ο συγκεκριμένος κοινωνιολογικο-καλλιτεχνικός λόγος που αναπτύχθηκε (συνεντεύξεις που έδωσε η κα Μπουζιούρη και παράσταση – την οποία είδαμε), ως πολιτικός λόγος (το απολιτικοποιημένο είναι και αυτό βαθιά πολιτικό), φανερώνει την πραγματική αντίληψη πάνω στην οποία δομήθηκε από την αρχή ως τέτοιος. Και η αντίληψη πάνω στην οποία χτίστηκε ο συγκεκριμένος πολιτικός λόγος είναι η βαθιά δήλωση νομιμοφροσύνης, ότι ο βιασμός δεν υπήρξε, ο βιασμός δεν έγινε ποτέ γιατί δεν αποδείχτηκε στις δικαστικές αίθουσες.

Αυτή η αντίληψη, που διαπερνά και καθορίζει το έργο, είναι η πιο κοινή αντίληψη που μπορεί να συναντήσει κανείς μέσα σε μια κοινωνία που απλώς εθελοτυφλεί γιατί είναι η ίδια υπεύθυνη και δεν θέλει να πάρει την ευθύνη της για τους βιαστές της. Εξ ου και τα πολλά “σκοτάδια” και τα πολλά “άβολα” της υπόθεσης της Αμαρύνθου, που για μας είναι η άρνηση τού να δεις το προφανές: ότι πρόκειται για έναν ακόμα βιασμό που συγκαλύφθηκε.

 Το έργο “δεν άκουσε” τίποτα για την κουλτούρα του βιασμού

Η βασική διαπίστωσή μας ότι πρόκειται για την κοινότατη αντίληψη περί ανυπαρξίας ενός βιασμού εφόσον δεν αποδείχθηκε στις δικαστικές αίθουσες, θεμελιώνεται πάνω στη φεμινιστική θέση ‘’ενάντια στην κουλτούρα του βιασμού’’. Η κουλτούρα του βιασμού είναι μια διάχυτη κουλτούρα μέσα στην ελληνική κοινωνία (και προφανώς όχι μόνο σε αυτή) και επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι βιασμοί συμβαίνουν διαρκώς σε όλα τα περιβάλλοντα, συγκαλύπτονται, δεν καταγγέλλονται ή, αν καταγγελθούν, στην τραγική τους πλειοψηφία δεν δικαιώνονται, είτε γιατί οι βιαστές αθωώνονται είτε γιατί οι ποινές είναι πιο μικρές και από μια κλοπή κάποιου που πείνασε.

Αν οι βιασμοί καταγγελθούν και φτάσουν στα δικαστήρια, δικάζονται σε δίκες παρωδίας, τιμωρίας και εξευτελισμού των βιασθεισών γυναικών, διαπράττονται δικανικά αίσχη για να μην αποδειχθούν – γιατί ο νόμος είναι ιδεολογικοποιημένος και εκ προοιμίου με το μέρος των βιαστών, η εξουσία εντός και εκτός δικαστηρίων είναι πατριαρχική και η κοινωνία σιωπά, συναινεί και βροντοφωνάζει την ίδια της την ενοχή, με επίθεση εναντίον των γυναικών, επειδή τόλμησαν να την αμφισβητήσουν.

Οι βιασθείσες και αδικαίωτες πρέπει να ξαναβιαστούν από θεσμικές και μη θεσμικές εξουσίες. Δεν είναι μόνο τα δικαστήρια, τα ΜΜΕ, η οικογένεια, το κοινωνικό περιβάλλον κ.λπ. που επενδύονται από το εθνικοπατριαρχικό αφήγημα και την ετεροκανονικότητα. Είναι και το πανεπιστήμιο, οι χώροι της διανόησης, η τέχνη και πολλές φορές οι αντισυστημικοί χώροι και κουλτούρες, μιας και δεν απαλλάσσονται εξ ορισμού από το σεξισμό, το μισογυνισμό, τη βία, το ρατσισμό και τις διακρίσεις.

     Για να το πούμε με άλλα λόγια και συμπερασματικά: χωρίς την αναγνώριση της πατριαρχίας, της γυναικοκτονίας και της έμφυλης βίας από την κοινωνία και χωρίς το αποτύπωμα αυτών των πολιτικών διακυβευμάτων στο νόμο, η δικαιοσύνη θα συνεχίζει να εκπίπτει σε χυδαίο εμπειρισμό υπέρ του ισχυρού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η συντριπτική πλειοψηφία των βιασμών που συντελέστηκαν και θα συντελεσθούν, δεν αποδείχθηκαν ποτέ στα δικαστήρια και δεν θα αποδειχθούν. Το μέλημα της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας είναι να μεγαλώνει και να αναπαράγει πατριάρχες και να τους διανέμει πατριαρχικά δικαιώματα. Ο βιασμός στην νοηματοδότησή του είναι η συγκροτησιακή, ιδιοκτησιακή και τελική άσκηση του πατριαρχικού δικαιώματος, όχι η μη κανονικότητα, όχι η εξαίρεση, όχι το σφάλμα.

Αυτά, νομίζουμε αρκούν για να αποδώσουν νόημα στο τι σημαίνει η αντίληψη ότι ένας βιασμός που “δεν αποδείχθηκε” στις δικαστικές αίθουσες δεν υπάρχει, δεν έγινε. Γιατί ο βιασμός είναι παντού. Και για αυτό, αντιμετωπίζεται με τη μεγαλύτερη υποκρισία, με σκοπό να γίνει αόρατος. Αυτή είναι η καρδιά της κουλτούρας του βιασμού, να είναι o βιασμός παντού και να είναι αόρατος.

Δύο “ίσα” άκρα-στρατόπεδα συν(+) ένας ενδιάμεσος χώρος ίσον(=) μία αλήθεια, ο νόμος του ισχυρού

Το αφήγημα του έργου βασίζεται σε δύο πυλώνες, δύο επινοήματα: τα δύο ίσα άκρα-στρατόπεδα, και ο “ενδιάμεσος χώρος” – ή αλλιώς η φωνή της “λογικής”, της ενδιάμεσης περιοχής.

Το πρώτο ερώτημα είναι ποια είναι αυτά τα δύο ίσα άκρα. Από τη μία, οι συμπαραστάτες των βιαστών, όλη η τοπική κοινωνία, που εκστόμισαν ακραίο μισογυνιστικό και ρατσιστικό λόγο, προσπάθησαν (και κατάφεραν μέχρι ενός σημείου) να κουκουλώσουν το βιασμό και να συμβάλουν στο να αθωωθούν οι βιαστές και να τιμωρηθεί η βιασθείσα γυναίκα έως τον πλήρη εκτοπισμό της από την τοπική κοινωνία και εκ των υστέρων με κατηγορίες περί συκοφαντίας και ψευδορκίας. Από την άλλη, φεμινίστριες, συλλογικότητες και άτομα που υποστήριξαν την βιασθείσα έσπασαν την κυρίαρχη κοινωνική αφήγηση ότι τάχα μου πρόκειται για ένα “εφηβικό” περιστατικό με αθώα παιδιά τίμιων Ελλήνων νοικοκυραίων και μια αμφιβόλου ηθικής υπόστασης Βουλγάρα. Ο κόσμος που συμπαραστάθηκε στη βιασθείσα μίλησε για αυτό που όντως συνέβη τότε: ένας βιασμός που έχει και ρατσιστικό υπόβαθρο. Πόσο “ακραίες” ήταν οι συλλογικότητες κι οργανώσεις που έδειξαν αλληλεγγύη σε δύο γυναίκες που άντεξαν να καταγγείλουν ομαδικό βιασμό, ενώ όλοι ήταν εναντίον τους; Και πού ακριβώς βρίσκεται η ισότητα των δύο άκρων, όταν τα προνόμια των βιαστών είναι τόσο ισχυρά που εκμηδενίζουν εντέλει την επιζήσασα; Υπάρχει μόνο η κουλτούρα του βιασμού, η εθνοπατριαρχία και ο ρατσισμός και δεν γίνεται μια γυναίκα ξένη να είναι ίση απέναντι σε όλα αυτά και σε όσους τα εκπροσωπούν: οικογένειες, σχολείο, δικαστήριο, κοινωνία – πόσο μάλλον να τα καταγγείλει.

Αυτό, όμως, δεν μας το λέει η κα Μπουζιούρη. Αρκείται σε ρητορεία τύπου “τα δύο άκρα-στρατόπεδα” και “οι δύο αλήθειες”, εφόσον έχει κάνει την πολιτική της επιλογή να κρατήσει ίσες αποστάσεις σε αυτό το ανισοβαρές, άρα να ταχθεί με την πλευρά των βιαστών. Χαρακτηριστικός είναι ο μιλιταριστικός όρος ‘’στρατόπεδο’’ που επιλέγει για να χαρακτηρίσει τις κινήσεις αλληλεγγύης από φεμινίστριες, συλλογικότητες και άτομα.

Για να έρθουμε στο δεύτερο ερώτημα. Ποιος είναι αυτός ο ενδιάμεσος χώρος; Ο δεύτερος πυλώνας του έργου της έρχεται να ενισχύσει τη θέση ότι ο βιασμός δεν μπορεί να έγινε. Ο ενδιάμεσος χώρος μεταξύ των δύο άκρων έχει το φορτίο μιας ιδεολογικής νοηματοδότησης και δεν είναι απλώς ένας χώρος θεατροδραματικής κάθαρσης –  ότι είναι ο χώρος του ολίγου βιασμού, του περίπου βιασμού, του θολού βιασμού, του αμφιλεγόμενου βιασμού, μιας και όταν συναντιούνται ο μη βιασμός και ο βιασμός, το μόνο γκρι που μπορεί να παραχθεί είναι ο ολίγος βιασμός. Αυτός, ο ολίγος βιασμός, μας κλείνει το μάτι ότι δεν είναι βιασμός. Αυτό μας λέει η αγωνία κατασκευής του ενδιάμεσου χώρου.

Από ηθικής πλευράς, ο ενδιάμεσος χώρος, ο μεσοβέζικος όπως λέμε, σε ένα βιασμό είναι κακοποιητικός. Γιατί, πώς μπορεί κάποιος σε ένα βιασμό να δημιουργήσει έναν τέτοιο χώρο αν δεν αμφιβάλλει για το γεγονός του βιασμού; Ύπάρχει κάπου ένας χώρος όπου οι βίες μπορούν να συζητηθούν, θύματα και θύτες να προσπαθήσουν να “τα βρουν”; Ο ενδιάμεσος χώρος έχει τη δική του μικροφυσική της εξουσίας, τις δικές του δυνάμεις, εκκινεί de facto, χωρίς συναίνεση, καλέσματα για μνήμη, για λήθη, για συγχώρεση, για παρεξήγηση. ‘’Έλα μωρέ τώρα…αγόρια είναι!’ και ακολουθούν τα γνωστά: ‘’Κάποιο δικαίωμα θα έδωσε’’, ‘’Έφταιγε το ρούχο που είναι κοντό’’ και άλλα γνωστά των απολογητών του βιασμού. Η μικροφυσική, λοιπόν, του χώρου αυτού, με τις ειδικές, αλλά δια-δεδομένες και αδιαμφισβήτητες αλήθειες, φτάνει να παράγει το αποτέλεσμα του κάθε βιασμού ως φυσικό, ως μικρό, τοσοδούλικο, σχεδόν αδιάφορο, χωρίς αξία. Άλλωστε, τα αγόρια θα γίνουν άντρες, σε λίγο, θα παντρευτούν, θα νοικοκυρευτούν, θα προστατεύουν μελλοντικά την πατρίδα από τους εξωτερικούς αλλά και εσωτερικούς κινδύνους. Με άλλα λόγια, ο ενδιάμεσος χώρος και η υπερφυσική ουδετερότητα με την οποία επενδύεται διατηρεί στο ακέραιο το εξουσιαστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε ο βιασμός – για αυτό είναι κακοποιητικός.

Για εμάς, τίποτα δεν είναι σκοτεινό και θολό, αντιθέτως αυτός ο ενδιάμεσος χώρος λειτουργεί υπέρ του να θολώσει την ενοχή των βιαστών και να την κάνει περίπου ενοχή, άρα μη ενοχή. Είναι ο επιπλέον χώρος που χαρίζεται στους βιαστές. Το να ξεχνάμε ότι η σχέση είναι άνιση, το να ξεχνάμε τις διακρίσεις φύλου, φυλής, σεξουαλικότητας, τάξης, βαθαίνει πιο πολύ την ανισότητα και επικυρώνει τον ισχυρό. Γιατί πολύ απλά, δεν υπάρχει ενδιάμεσος χώρος όπου θα καθήσουν ισότιμα η χρυσή αυγή με τη Μάγδα Φύσσα, ναζί και εβραίοι/ες, αποικιοκράτες και αποικιοκρατούμενοι/ες, δουλέμποροι και πρόσφυγες/μετανάστες/τριες, ιεροεξεταστές και ‘’μάγισσες’’ για να συνομιλήσουν και να “τα βρουν”.

 Όταν οι έφηβοι έχουν ήδη φύλο, φυλή, τάξη

και δεν είναι ουδέτερα “ανήλικοι”,  “μαθητές”, “παιδιά”

Ένας κλασικός τρόπος για να αποκτήσει ο πατριαρχικός λόγος το απαραίτητο κύρος μιας ειδικής γλώσσας είναι να κουνήσει το δικανικό δάχτυλο μια επιλεκτικής ισονομίας και ορθότητας μέσα στο καφενείο, μπροστά από την τηλεόραση, στο σχολείο, στο δικαστήριο και οπουδήποτε αλλού.  Θα κάνει επίκληση στο τεκμήριο της αθωότητας, στην προστασία των ανηλίκων, στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και θα ψυχολογικοποιήσει την εφηβεία όπως στα μεσημεριανάδικα, όπου ψυχολόγος και αστρολόγος κάθονται δίπλα δίπλα, τόσο που δεν ξέρουμε σε ποιους διαδρόμους παράγεται η ιδεολογία. Στους δικαστικούς; Στις πολυκατοικίες; Ή στους διαδρόμους των καναλιών; Έχουμε την αίσθηση ότι το δίκτυο είναι όλα αυτά μαζί και φυσικά ακόμα περισσότεροι διάδρομοι.

Η ευαισθησία για την ουδέτερη αυτή νεολαία συμβαδίζει με την μικροαστική και εθνοκεντρική αφήγηση του μελλοντικού πολίτη, ο οποίος πρέπει να κανονικοποιηθεί. Και κανονικοποίηση σημαίνει εμπέδωση των ιεραρχιών του φύλου, της φυλής, της τάξης και όλων των υπόλοιπων διακρίσεων. Ο καθένας πρέπει όταν “βγει στην κοινωνία” να ξέρει τη θέση του. Τα προνόμια είναι ήδη μοιρασμένα. Η εφηβεία είναι η περίοδος άσκησης αυτής της εμπέδωσης. Σε αυτήν ακριβώς την “άσκηση” εντάσσεται και η πράξη του βιασμού στην Αμάρυνθο. Αυτή η κατασκευή του ενήλικα πολίτη που είναι στο “γήπεδό’” του ως Έλληνας και είναι ο άνδρωπος (άνδρας/άνθρωπος), έχει πάντα τα θύματά του, τα εκτοπισμένα μέρη του: υπάρχουν παιδιά, έφηβες/οι, κομμάτια νεολαίας που είναι ήδη οι Άλλοι, είναι τα παιδιά των ρομά, τα προσφυγόπουλα, τα κορίτσια που εκτοπίζει η μάτσο αρρενωπότητα, τα ομοφυλόφιλα παιδιά, τα τρανς παιδιά, τα φτωχά παιδιά, τα παιδιά που δεν έχουν πρόσβαση στο σχολείο, τα παιδιά με αναπηρίες  και πολλά άλλα παιδιά που έχουν πολλούς λόγους να αναπαράγουν τις ιεραρχήσεις και μεταξύ τους.

Η γλώσσα που έχει επιλέξει η κα Μπουζιούρη για να χειριστεί το υποθετικά ευαίσθητο κομμάτι που η κοινωνία αποδίδει στον όρο “ανήλικοι”, είναι γεμάτο συγχύσεις που καθόλου δεν είναι κοινωνιολογικές/ανθρωπολογικές, αλλά σκέτο συγχύσεις, μιας και η ουδετερότητα του “μαθητή”, του “εφήβου”,  του “ανήλικου”, του “παιδιού”, βολεύει στρατηγικά στην αποεμφυλοποίηση του Ανδρωπισμού. Και ως γνωστό, όταν διαγράφεις το φύλο, τη φυλή, την τάξη και πλήθος άλλων διαφορών, σου μένει μόνο ο άνδρωπος.

Ο βιασμός ήταν ένα “περιστατικό’ που δημιούργησε ηθικό πανικό. Μήπως με τον όρο “ηθικός πανικός” εννοεί ότι δημιούργησε συντηρητικά αντανακλαστικά και ενοχοποίηση της σεξουαλικότητας των εφήβων; Μήπως η φεμινιστική στήριξη στη βιασθείσα θεωρείται συντηρητικό αντανακλαστικό και ενοχοποίηση του σεξ; Μήπως τα παιδιά “έπαιζαν” με τις σεξουαλικότητές τους, οπότε δεν γίνεται να συμβεί εκεί βιασμός; Ή αυτό που μπορεί να συμβεί δεν γίνεται να είναι βιασμός αλλά κάτι άλλο; Μήπως ο βιασμός θεωρείται μια “κανονικότητα” μέσα στο εφηβικό πλαίσιο κοινωνικοποίησης, όπου τα ΜΜΕ καθώς και τα δυο “στρατόπεδα” τράβηξαν στα άκρα και έδωσαν διάσταση σε κάτι που δεν έπρεπε; Η “πράξη” φαίνεται να έγινε σε ένα κενό, με όλα τα παιδιά να είναι ουδέτερα.

Όμως, η εφηβική ηλικία έχει σεξουαλικότητα. Και όταν λέμε σεξουαλικότητα δεν εννοούμε, ως γνωστό, τη σεξουαλική ενόρμηση, αλλά τη σεξουαλικότητα όπως αυτή δομείται μέσα στο πλέγμα της εξουσίας, τη σεξουαλικότητα ως εξουσία. Οι έφηβοι δεν εξαιρούνται από την πατριαρχία, αντίθετα, μαθαίνουν να ασκούνται ως δελφίνοι ήδη από πιο πριν, μέσα σε αυτήν. Η πεποίθηση ότι οι έφηβοι είναι αδύνατον να βιάσουν γιατί είναι “ευαίσθητοι” κι ότι, ακόμα, είναι αδύνατον να πληρώσουν το τίμημα, είναι μέρος της πατριαρχικής ρητορείας που ως διά μαγείας θέλει τους έφηβους να κοιμούνται “αθώοι” και να ξυπνάνε στο 18ο έτος της ηλικίας τους “υπεύθυνοι άντρες”. Αυτό το κενό ενδιάμεσα, αυτός ο “ενδιάμεσος χώρος” είναι γεμάτος από πατριαρχική εκπαίδευση και καθόλου “μαγικός”.

Η κα Μπουζιούρη μάς λέει ότι υπάρχουν και “πιο ευαίσθητες αρρενωπότητες λόγω ηλικίας”, υπονοώντας ότι υπάρχουν και οι απλοί, ευαίσθητοι βιαστές; Ή ότι υπάρχει ενδεδειγμένη ηλικία για να γίνει κάποιος βιαστής και αυτή ξεκινάει από τα 18; Η ίδια η πατριαρχία, άλλοτε ήθελε τους έφηβους ετοιμοπόλεμους στρατιώτες, άλλοτε τους ήθελε σκληρά εργαζόμενους εργάτες, άλλοτε τους ήθελε ήδη οικογενειάρχες. Ας μας πουν, λοιπόν, όσοι ρητορεύουν για μαθητές, παιδιά κ.λπ., πώς ορίζεται η εφηβική ηλικία σε σχέση με τις ανάγκες της κάθε κοινωνίας και πώς το πατριαρχικό δικαίωμα μαθαίνεται, διδάσκεται και ασκείται ήδη από πολύ νωρίς στα πλαίσια της κατασκευής της αρρενωπότητας. Μια ολόκληρη κοινωνία αγωνίζεται να μετατρέψει τα αγόρια σε άνδρες, πατεράδες αγωνίζονται να μην γίνει ο γιος τους πούστης, να πάει στο μπουρδέλο επειγόντως, να έχει πολλές “γκόμενες”, να πλακώνει στο ξύλο, να μη φοβάται, να πιάνει όλο το χώρο, να μιλάει πολύ κ.λπ. Εάν αποτύχει, ξέρουμε τι συμβαίνει. Για το κορίτσι, η πατριαρχία, οι πατεράδες, το σχολείο κ.λπ. επιφυλάσσουν την “άλλη” τύχη.

Η έφηβη όμως, όπως κάθε έφηβη, δεν δικαιούται αυτή την «ουδέτερη φύση» που αποδίδεται υπερασπιστικά στους άρρενες έφηβους διότι καθημερινά είναι πλήρως εμφυλοποιημένη. Είναι γυναίκα – και αυτό πλαισιώνεται με αρνητικούς όρους στην πατριαρχία – μια γυναίκα που της αποδίδεται όλη η ευθύνη, ως υπαίτια και ως τέτοια φορτώνεται όλους τους χαρακτηρισμούς μιας σεξιστικής και ρατσιστικής κοινωνίας καθώς και των δικαστικών θεσμών.

Μετά από όλα αυτά, ως πλαίσιο, μπορούμε να κάνουμε μια απομάγευση και να τοποθετήσουμε το “το τέλος της αθωότητας” εντός της εφηβείας.

Η κοινωνία κατασκευάζει τα μίντια και τα μίντια την κοινωνία

Όταν η κοινωνία είναι μια κλειδαρότρυπα υποκρισίας και όταν ο Ανδρέας Λοβέρδος ανάγει τους νοικοκυραίους-πελάτες σε απόλυτη αξία, τα προσωπικά δεδομένα πάνε περίπατο. Τότε απαιτείται δημοσιότητα, ορατότητα, ξεφτίλισμα. Η κοινωνία ξαφνικά βρίσκεται σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Κάποιες πρέπει να διαπομπευθούν και μετά να εξαφανιστούν. Έτσι, η Κατερίνα, μια γυναίκα οροθετική ανάμεσα σε άλλες που είχαν διαπομπευτεί από τον Ανδρέα Λοβέρδο και την κυβέρνηση του 2012, αλλά και από όλη την κοινωνία και τα μίντια, έφυγε από τη ζωή. Τους άδειασε τη γωνιά. Ποια γωνία; Αβέρωφ και Αριστοτέλους. Ήταν ενταγμένη στο πρόγραμμα του ΟΚΑΝΑ. Αυτή η γυναίκα δεν δικαιούνταν ούτε αυτή τη γωνία. Έπρεπε να είχε ήδη πεθάνει ή να μην είχε ποτέ γεννηθεί. Πού ήταν τότε τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα;

Η γυναίκα της Αμαρύνθου εκτοπίστηκε μαζί με την μητέρα της. Θα μπορούσαμε να είχαμε μια πολύ κακή είδηση, χειρότερη από αυτή. Κάποιες το σκεφτόμαστε πάντα αυτό, μετά από κάθε κακοποίηση, βιασμό, μπούλινγκ.

Οι τρύπες στις οποίες η κοινωνία στέλνει όσες και όσους περισσεύουν έχουν τα ονοματεπώνυμα των θυμάτων. Αυτοί που τους πετάνε στις τρύπες έχουν επίσης ονοματεπώνυμα και θέλουμε να τα ξέρουμε. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων αφορά μόνο στους προνομιούχους. Εάν τα μίντια, που είναι πολύ πιο πολύπλοκα από όσο αναλύονται ως διαμορφωτές της κοινής γνώμης, ακουμπήσουν προνομιούχους της διπλανής πόρτας, προνομιούχους που μας μοιάζουν, τότε η προστασία των προσωπικών δεδομένων γίνεται ζήτημα αιχμής, ζήτημα δημοκρατίας. Όταν αφορά σε μη προνομιούχους, όταν αφορά σε “ξένους”, η άρση τους είναι πάλι ζήτημα αιχμής, ζήτημα δημοκρατίας. Αν αυτό το πινγκ πονγκ το κατασκευάζει η κοινωνία ή τα μίντια, το ερώτημα είναι ήδη απαντημένο – αυτή είναι η σχέση μεταξύ τους.

O μη πολιτικός τρόπος (αλλά πάντα πολιτικός, όπως είπαμε) με τον οποίο μπαίνει ο προβληματισμός για τα μίντια στο συγκεκριμένο έργο, ως κάτι έξω από την κοινωνία, μας φαίνεται αναλυτικά ανεπαρκής. Η μιντιακή εξουσία υποκαθιστά μια πολιτική λειτουργία της κοινωνίας: να διαχειρίζεται τα γεγονότα της. Η κοινωνία εκχωρεί στα ΜΜΕ αυτή τη διαχείριση και τα ΜΜΕ αναλαμβάνουν το ρόλο τους, που όμως δεν είναι η διαχείριση των γεγονότων, αλλά η παραγωγή σοκ ως ειδήσεις-γεγονότα. Το σοκ είναι η είδηση και όχι τα γεγονότα. Τα ΜΜΕ καλούνται να επιλύσουν το μεγαλύτερο μέρος του προβλήματος που το ίδιο το σοκ δημιούργησε, και όχι να μεταβάλλουν τις κοινωνικές αιτίες που παράγουν γεγονότα, όπως αυτό του βιασμού. Τα ΜΜΕ αποδίδουν κοινωνική δικαιοσύνη, ενώ η δικαιοσύνη ως θεσμός αναλαμβάνει το τεχνικό μέρος της υπόθεσης. Εφόσον για την κοινωνία η πραγματική τιμωρία έχει ήδη αποδοθεί μόνο με την μιντιακή έκθεση και “αποκάλυψη”, μόνο μέσα από το ίδιο το σοκ, η δικαιοσύνη ανενόχλητη ασκεί τον ξεκάθαρο σεξισμό της με τις δικαστικές αποφάσεις της (στατιστικά). Οι κοινωνικές αιτίες των βιασμών δεν μεταβάλλονται, ενώ θεωρείται ότι έχει αποδοθεί κοινωνική δικαιοσύνη αφενός μέσα από τα παράθυρα της τηλεόρασης και αφετέρου στις αίθουσες των δικαστηρίων. Πρόκειται για τη σχέση κοινωνία-μίντια, με την οποία εξασφαλίζεται η κοινωνική ησυχία μέσα από την κατασκευή και διαχείριση τεχνητών σοκ. Ενώ η κοινωνία συνεχίζει να παράγει βιασμούς, τα ΜΜΕ συνεχίζουν να κατασκευάζουν δράκους και η δικαιοσύνη συνεχίζει να αθωώνει βιαστές.

Η έγνοια του έργου για τους ανήλικους, τα μίντια και την τεχνολογία που υπερβαίνει την έγνοια για την έμφυλη διαφορά και τους βιασμούς μέσα στην κοινωνία εντάσσεται στα πλαίσια της αντιδραστικής ηθικοπλασίας. Είναι ό,τι πιο ανώδυνο και φιλελεύθερο μπορεί κάποιος να σκεφτεί. Μένει μόνο μια απλή παρατήρηση περί του λάθους να δαιμονοποιούνται οι καταλήψεις, που ως θέμα είναι αρκετά ασφαλές για να ειπωθεί, ενώ στέκεται άχαρα ανάμεσα σε όλα τα άλλα.

Η δημοσιοποίηση των ονομάτων των βιαστών, μπορεί να δώσει θάρρος σε ακόμα περισσότερες επιζήσασες να καταγγείλουν τους βιασμούς τους – και αυτό είναι μια πολιτική αντίληψη. Να προστατεύσεις τους άντρες και τα προσωπικά τους δεδομένα ή να μην μείνει αδικαίωτη καμία γυναίκα; Είναι μια πολιτική απόφαση που παίρνεις – και όχι ένας “κοινωνιολογικός’’ προβληματισμός για το ρόλο των ΜΜΕ – και σαν τέτοια πρέπει να αξιολογείται.

Ακαδημία και Τέχνη: Άχαρες συναντήσεις.

Προς τα πού είναι η έξοδος κινδύνου για τις γυναίκες;

 Οι δύο αυτές εξουσίες έχουν συνομιλήσει πολύ εποπτεύοντας το γυναικείο σώμα και το γυναικείο ζήτημα που ο φεμινισμός έχει αναδείξει. Έχουν πάρει υπόσταση από αυτό, έχουν αποφανθεί, το έχουν κομματιάσει, το έχουν συναρμολογήσει και γενικά το έχουν ως έδαφος των επιχειρήσεών τους. Ειδικά στις κοινωνικές επιστήμες η σχέση με το γυναικείο συνολικά, γίνεται πιο στενή, χωρίς να ξεχνάμε την ιατρική ή τις άλλες επιστήμες. Απλώς στις κοινωνικές, η σχέση αυτή εντείνεται, γίνεται ακόμα πιο ειδική, άλλοτε πιο ελπιδοφόρα και ενίοτε πιο δύσκολη. Πάντως σε κάθε περίπτωση η σχέση μεταξύ κοινωνικών επιστημών και γυναικείου είναι μια σχέση πολύ απαιτητική, χάρη στην αναγκαιότητα του φεμινιστικού κινήματος ή των φεμινισμών.

Η αποαποικιοποίηση άνοιξε κάποιους ορίζοντες για να δούμε το μη λευκό γυναικείο, ουσιαστικά το αποκλεισμένο, στο μοναδικό χώρο που αυτό μπορούσε να εκφραστεί, κυρίως στη λογοτεχνία και την ποίηση και αργότερα και σε άλλες μορφές τέχνης. Οι queer πραγματικότητες άνοιξαν την έννοια “γυναίκα” σε πλήθος εκφράσεων, βιωμάτων και αιτημάτων, δίνοντας χώρο επίσης στο αποκλεισμένο. Μπορούμε να πούμε ότι αυτά έδωσαν μια νέα πνοή και στις κοινωνικές επιστήμες και την τέχνη. Μετέβαλαν την κινηματική πολιτική ατζέντα, επηρέασαν τη συνολική έκφραση και των λευκών γυναικών, δημιουργώντας δίαυλους επικοινωνίας και εισόδου αυτών των αποκλεισμένων: μαύρων γυναικών, φτωχών γυναικών, μη δυτικών γυναικών, trans γυναικών, θηλυκοτήτων και αρρενωποτήτων που είναι έξω από το έμφυλο δίπολο κ.λπ., σε πανεπιστήμια, σε χώρους δουλειάς, στην τέχνη.

Kαμία επιστήμη σήμερα και κανένα είδος τέχνης δεν μπορεί να αξιώσει το πιο σύγχρονο κύρος που μπορεί να λάβει, επινοηματικότητα, δυναμική, αξιοπιστία και να υποσχεθεί κάτι περισσότερο από εμπειρισμό και αισθητική – δηλαδή να γίνει μια φιλοσοφία, ένα βίωμα και ένα πολιτικό διακύβευμα – αν δεν εμπεριέχει το φεμινισμό, τη μη ανθρωποκεντρικότητα, την πολιτική για τα ζώα, τη δημοκρατία και την κριτική στον καπιταλισμό. Και αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα των κατακτήσεων των “Άλλων”.

Τι συμβαίνει όταν χάνεται η φεμινιστική πρόσληψη στα gender studies; Τι συμβαίνει στην κοινωνική ανθρωπολογία, όταν προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από εργαλεία όπως αυτό της εθνογραφικής μεθόδου; Τι συμβαίνει στο θέατρο όταν η φόρμα θεωρείται “μαλακό άδειο κέλυφος’’ που γεμίζει περιεχόμενο, ενώ γνωρίζουμε ότι η ίδια η φόρμα είναι και το περιεχόμενο της τέχνης και ότι δεν υπάρχει ουδέτερο θέατρο;

Συμβαίνει το εξής τραγικό πισωγύρισμα: να μην μπορείς να δεις το βιασμό γιατί έχεις “βγει” από το φύλο σου και απαντάς ως άνθρωπος. [Ερώτηση: “Ως γυναίκα πώς αισθάνεσαι απέναντι στην ατιμωρησία ή στην ανοχή τέτοιων φαινομένων; Απάντηση: “Βγαίνω από τα κοινωνικά όρια του φύλου μου και απαντώ ως άνθρωπος”: με ενοχλεί, με θλίβει, αλλά δεν με εκπλήσσει. Μάλλον με φέρνει προ των ευθυνών μου. Η αυθόρμητη ανάγκη μου είναι να μελετήσω, να επιχειρήσω να κατανοήσω και κάποιες φορές, να φέρω επί σκηνής τους λόγους και τους τρόπους με τους οποίους οδηγούμαστε στην ανοχή ή ατιμωρησία. Γιατί δεν μπορούμε να μιλάμε για φαινόμενα. Δεν υπερίπτανται, δεν μας κατακεραυνώνουν. Είναι δικά μας δημιουργήματα, πολιτισμική προέκταση του εαυτού μας. Και ως τέτοια, είμαστε ευτυχώς σε θέση να τα επηρεάσουμε.” (πηγή: ozon)].                              

Απέναντι στο βιασμό όμως, που είναι η κατεξοχήν έμφυλη βία που ασκείται στις γυναίκες, cis και trans, σε όλες τις θηλυκότητες, ρευστές, μη ρευστές κ.λπ., η κα Μπουζιούρη θυμάται να αποεμφυλοποιηθεί και να “εξανθρωπιστεί” και αυτό το βαφτίζει θέση ευθύνης. Το προνόμιο να μετακινηθεί στο πεδίο “άνθρωπος” έχει μέσα λίγο από όλα. Κατά το ένα ήμισυ είναι μια αποτυχημένη queer προσπάθεια γιατί η αποεμφυλοποίηση καταλήγει στο πεδίο “άνθρωπος’’, κατά το υπόλοιπο ήμισυ, το “άνθρωπος”, είναι κοινωνιολογικό ατόπημα, για να φτάσει τελικά σε μια περισπούδαστη θέση μεταξύ επιστημονικής και καλλιτεχνικής ευθύνης, η οποία ευθύνη δεν προκύπτει από καμία αναγκαιότητα. Μόνο που οι γυναίκες, cis και trans, όλες οι θηλυκότητες, ρευστές, μη ρευστές, όλες οι εκφράσεις και τα βιώματα φύλου που δεν ανήκουν στην κυρίαρχη cis αρρενωπότητα, οι αρρενωπότητες που δεν ανήκουν στην κυρίαρχη cis αρρενωπότητα, βιάζονται, πάντα ΩΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, και όχι ως άνθρωποι. Αυτό που μένει εντέλει στον βιασμό είναι η γυναίκα που η πατριαρχία αναγνωρίζει μπροστά της και αυτή πρέπει τιμωρηθεί, ανεξάρτητα από τις όψεις που παίρνει, ανεξάρτητα από τους αυτοπροσδιορισμούς μας. Πρέπει να αποφασίσουμε τι μας πληγώνει: Μας πληγώνει ο όρος “γυναίκα” και θα του χρεώσουμε την ανισότητα και την καταπίεση που απορρέει από την πατριαρχία ή η ίδια πατριαρχία; Δεν τελειώνουμε με την πατριαρχία αν εξαφανίσουμε κάπου τον όρο “γυναίκα”. Και δεν πρόκειται για κάποια διανοητική, θεωρητική άσκηση, όπως πολλές και πολλοί νομίζουν, αλλά για πραγματικές ζωές. 

Συμβαίνουν και αυτά: Να προσπαθείς να προσδώσεις επιστημονικό κύρος στο προνόμιο σου να αποεμφυλοποιείσαι και από αυτή τη θέση να αγνοείς/να υποτιμάς την κουλτούρα του βιασμού. Να ακυρώνεις τη θεατρική πράξη, ως αναπαράσταση, γιατί δεν έχεις ένα δικό σου λόγο να πλάσεις, να δημιουργήσεις μια δική σου ιστορία που θα ανάγεται σε κάτι μεγαλύτερο, σε κάτι που ήδη υπάρχει εκεί έξω, στην κοινωνία. Δεν υπάρχει ουδέτερη/αντικειμενική επιστήμη, δεν υπάρχει ουδέτερο/αντικειμενικό θέατρο, δεν υπάρχει ουδέτερο/αντικειμενικό δικαστήριο δεν υπάρχει μια κρυμμένη αλήθεια που η αυθεντία μιας άχαρης συνομιλίας μεταξύ δύο εξουσιών θα μας φανερώσει 12 χρόνια μετά.

Μένει ένα ερώτημα: σε αυτή τη σχέση ακαδημίας και τέχνης με αντικείμενο έναν βιασμό, ποια είναι η έξοδος κινδύνου για τις γυναίκες; Αλλά εμάς μας ενδιαφέρει και το πού ακριβώς κρύφτηκε το γυναικείο στην προσπάθειά του να υπάρξει μέσα στις ακαδημίες, μέσα στην τέχνη. Ποια προνόμια εξαφάνισαν την αναγνώριση του βιασμού και την καταδίκη του; Από ποια αστόχαστη θέση επιλέχθηκε η χιπστεροποίηση του βιασμού ως ένα “φιλόξενο” μετά-μέλλον, στο οποίο θα μπορείς να μιλάς έτσι που ούτε εσύ να μην καταλαβαίνεις αυτό που λες και τι σημαίνει;

Από ποια θέση μας μιλάνε;

Από τη θέση του προνομίου, της ασφάλειας και της αυθεντίας. Από τη θέση ότι αναζητούν να ανασύρουν την αλήθεια που τα φεμινιστικά-κοινωνικά αντανακλαστικά συσκότισαν. Από τη θέση ότι ο βιασμός δεν έγινε και η άποψη ότι έγινε ήταν μια ακραία αντίδραση. Από τη θέση του δικαστηρίου ΞΑΝΑ.

Μια ιστορία βιασμού γίνεται μια “περίπλοκη” ιστορία, την οποία μόνο η τέχνη με την στήριξη της ακαδημίας μπορεί να φωτίσει. Χωρίς τη συναίνεση της βιασθείσας, αντιθέτως με την άρνησή της, αφού εμμέσως τη ρώτησαν για να την αγνοήσουν, ψάχνουν την μεταφυσική αλήθεια μέσα από την τέχνη, με τη σφραγίδα της επιστήμης και το ουδέτερο κενό από το οποίο ασκούν εποπτεία. Από αυτό το καλλιτεχνικό-επιστημονικό άβατο δικάζεται ξανά η υπόθεση.

Υπήρξαν πάρα πολλές γενικεύσεις και από τις δύο πλευρές. Εύκολοι αφορισμοί, στερεότυπα, αιχμές κ.λπ. Η πλευρά που υποστήριζε την αθωότητα των αγοριών έκανε λόγο για την “εύκολη Βουλγάρα”, απέκλειε το ενδεχόμενο τα παιδιά αυτά να έχουν κάνει κάτι τέτοιο με βάση τον πρότερο έντιμο βίο τους κ.ά. Αντίστοιχες αιχμές και γενικεύσεις ακούστηκαν και από την άλλη μεριά, τους υποστηρικτές της κοπέλας. Μιλούσαν για μια “πατριαρχική, ρατσιστική κοινωνία” που συγκάλυψε ένα έγκλημα, που πήγε να το “κουκουλώσει”.(πηγή: Lifo).

Από αυτή τη θέση μας μιλούν, της υποτιθέμενης ουδετερότητας, τη θέσης της αυθεντίας. Μας μιλούν από θέση ισχύος. Έτσι, η πατριαρχία και ο ρατσισμός είναι μια γενίκευση και ο αγώνας εναντίον τους είναι ακραία μορφή δράσης. Αυτά μαθαίνουν μεταξύ  κοινωνικής ανθρωπολογίας και gender studies; Και μας μαλώνουν…

Η προπαγάνδα της μετα-εμφυλιακής εποχής: από την “εθνική συμφιλίωση” στο μοντέλο του “φιλόξενου”  μετα-μέλλοντος

 Η επίκληση για αποπολιτικοποίηση μας θυμίζει τη στρατηγική της κουλτούρας των νικητών μετά από την πάταξη του κομμουνιστικού “εχθρού”, την υποτιθέμενη εθνική συμφιλίωση και πρόοδο. Να συμφιλιωθείς ότι ηττήθηκες, να συμφιλιωθείς με τον εχθρό σου. Σου σκότωσε τη μάνα και τον πατέρα αλλά εσύ πρέπει να του ξαναμιλήσεις, “να επικοινωνήσεις”, να “πας μπροστά”. Σε βίασε, αλλά εσύ στο “φιλόξενο” μετα-μέλλον κάθεσαι δίπλα του για να τα βρείτε. Πρέπει να εσωτερικεύσεις την ήττα. Να βεβαιωθούμε ότι ηττήθηκες πραγματικά. Αυτή η αξία της ήττας, πέρασε από γενιά σε γενιά ως εμβόλιο επιβίωσης-συνέχειας-εξέλιξης-προόδου ακριβώς με αυτή την σειρά. Έγινε από αρνητικό, θετικό. Αυτό το επικάλυμμα εθνικής ενότητας σε συνδυασμό με μια πεποίθηση ανδ[θ]ρωπιστικού ξεπεράσματος είναι η μεγάλη αφήγηση που διατρέχει αυτό το έργο, αυτός είναι ο ενδιάμεσος χώρος, αυτή είναι η αντίληψη του κέντρου, αυτή είναι η βαθιά υπαρξιακή τους αγωνία: η επίκληση στη λήθη, κι όχι στη μνήμη, όπως ευαγγελίζονται. Να επιτευχθεί η απόλυτη λήθη του βιασμού, των ρατσιστικών λόγων και πράξεων, για το κοινό πατριαρχικό καλό, την παραίτηση από το φεμινιστικό όραμα αυτοδιάθεσης, ελευθερίας, συναίνεσης.

Το έργο, ανακυκλώνοντας το μύθο περί ενότητας του έθνους για την ευμάρεια και την πρόοδο, επιθυμεί να διαγράψει τους αγώνες αλληλεγγύης, διεκδίκησης και τους όρους της διαφοράς που είναι ζωντανοί στο παρόν. Το έργο μάς δείχνει το τέλος κάθε ελπίδας για διαφορά, μέσα από το κάλεσμα για λήθη και ομογενοποίηση στο βασίλειο της ουδετερότητας, της ιδιωτικότητας και μιας ανεύθυνης παιδικότητας στην οποία μας καλεί να ξεχάσουμε/ξεχαστούμε. Μας δείχνει τον ασφυκτικό κόσμο συσσώρευσης αυτής της επανάληψης, τον αφιλόξενο αυτό τόπο της ομοιογένειας που επιτυγχάνεται με βία/θλίψη/λήθη/πρόοδο/στασιμότητα ως προσωπική και κοινωνική επιτυχία. Επιβραβεύει την αφωνία τού “να μην πάρω θέση” ως πολιτική ορθότητα. Επιβραβεύει το να παίρνεις το μέρος του ισχυρού, πιστεύοντας ότι δεν παίρνεις το μέρος κανενός, ως ορθολογισμό. Η προσωπική εμπλοκή των φεμινιστριών αντιμετωπίζεται ως επιστημονικό λάθος. Το έργο παρουσιάζει τις φεμινίστριες ως καρικατούρες που κινούνται και μιλούν μηχανικά. Ουσιαστικά μας λένε ότι “εντάξει είναι τα δικαιώματα”, αλλά όσες φεμινίστριες πάνε έμπρακτα κόντρα στην επίκληση κάποιου συντηρητικού επικοινωνιάκου (sic) μετα-μέλλοντος δεν είναι κουλ.

Επιστροφή στα βασικά: Στις τουαλέτες γεννιούνται οι συνειδήσεις

 Η μικροαστική αντίληψη τη μια κοιτάζει λαίμαργα από την κλειδαρότρυπα και την άλλη αποστρέφει το βλέμμα, ως δήθεν ανώτερη και σοκαρισμένη γιατί, εντέλει, δεν την ενδιαφέρει τι πραγματικά γίνεται μέσα σε μια τουαλέτα, μέσα στο σπίτι, στο διπλανό σπίτι και έξω από αυτά. Όποια βία και αν ασκείται, οπουδήποτε, είναι θέμα μεταξύ ιδιωτών.

Όμως, το προσωπικό είναι πολιτικό. Εμείς, ανοίγουμε διάπλατα τις πόρτες της τουαλέτας, τις πόρτες της κρεβατοκάμαρας, τις κλειστές πόρτες των σπιτιών, το άβατο και ιερό του λεγόμενου “ιδιωτικού” χώρου και δεν αποστρέφουμε το βλέμμα, ούτε κοιτάζουμε από την κλειδαρότρυπα. Δεν αστυνομεύουμε, αρνούμαστε να αστυνομευθούμε από την πατριαρχία των εσωτερικών και εξωτερικών τοίχων, να υποκύψουμε στον ιδιωτικό και δημόσιο φόβο της σιωπής και της απομόνωσης. Ανοίγουμε τις πόρτες μας διάπλατα και καλούμε κάθε γυναίκα να ανοίξει τις δικές της. Γιατί προφανώς μας ενδιαφέρει τι γίνεται, πάντα, στις τουαλέτες της Αμαρύνθου και της κάθε Αμαρύνθου, χθες, σήμερα, αύριο. Γιατί εκεί γεννιούνται οι συνειδήσεις. Στο ιδιωτικό άβατο της πατριαρχίας που πρέπει να σπάσουμε.

Φέμιν@tre,

Ιούλιος 2018