Σαντάλ Άκερμαν – Πειραματισμός και Τελειότητα

Γράφει η Δώρα Στυλιανίδου

«Συμβαίνει να είμαι γυναίκα και να γνωρίζω τα συγκεκριμένα προβλήματα, αλλά δεν είναι αυτή η μοναδική μου έγνοια όταν κάνω ταινίες. Κάνω ταινίες της Σαντάλ Άκερμαν».

Πρωτοποριακή και αντισυμβατική, η Σαντάλ Άκερμαν ήθελε να κάνει ένα απόλυτα προσωπικό σινεμά και αντιστεκόταν στις ταμπέλες που την ακολουθούσαν σαν μέρος της ταυτότητας της, όπως “θηλυκό” “Εβραία” “λεσβία» πιστεύοντας ότι την φυλάκιζαν μέσα σε στενά όρια. Πολλές από τις ταινίες της έχουν να κάνουν με τον εγκλεισμό της γυναίκας σε ένα πατριαρχικά καθορισμένο χώρο που αναπαράγει βία, την ισοπέδωση της προσωπικότητας, την αργή, τυρρανική αλλά και λυτρωτική καθημερινότητα που αν εξερευνηθεί δείχνει την καθήλωση και την υποταγή της αλλά και την ανάγκη της να τα γκρεμίσει όλα. Όμως αυτή η γυναίκα είναι ένας άνθρωπος, μοιάζει να λέει η Άκερμαν.

Κάτω απο αυτό το πρίσμα, οι ταινίες της ανήκουν αδιαμφισβήτητα στην πρωτοκαθεδρία της avant-garde του φεμινιστικού κινηματογράφου με το αριστούργημα της Jeanne Dielman , «23 Quai du Commerce 1080 Bruxelles» που βγήκε στις οθόνες το 1975 και κατέχει κορυφαία θέση τώρα πια προκαλώντας ακόμα δέος στους οπαδούς του φεμινιστικού και queer κινήματος και σε πολλούς λάτρεις του κινηματογράφου διεθνώς. Η Jeanne Dielman είναι μια μεσόκοπη νοικοκυρά και μητέρα ενός γυιού που περνάει την καθημερινότητά της απησχολημένη συνεχώς με τις δουλειές του σπιτιού και το μαγείρεμα και τα απογεύματα δέχεται πελάτες στο σπίτι της κάνοντας την πόρνη.

Η ταινία δείχνει τρεις μέρες από την ζωή της. Την τρίτη μέρα, μετά το σεξ σκοτώνει τον πελάτη καρφώνοντάς τον με ένα ψαλίδι και έπειτα κάθεται ανέκφραστη στο τραπέζι όπου στο κέντρο του είναι τοποθετημένο το διακοσμητικό βάζο μέσα στο οποίο φυλάει τα λεφτά που παίρνει από τους πελάτες. Τα αργά ακίνητα πλάνα καταγράφουν την έλλειψη αντιδράσεων απο την Jeanne και απαιτούν την υπομονή του θεατή που εγκλωβίζεται και αυτός/αυτή  μέσα στο χώρο και το χρόνο. Εγκλεισμός, εγκλωβισμός, υποταγή και τέλος βια. Τα ταμπού σωριάζονται σαν τραπουλόχαρτα. Η γυναίκα παραμένει αμίλητη και ανέκφραστη καθισμένη στο τραπέζι.

Η Σαντάλ Άκερμαν γεννήθηκε στο Βέλγιο το 1950 και μεγάλωσε μαζί με τη μικρότερη αδελφή της κάτω απο την επίβλεψη της πολωνο-εβραίας μητέρας της που, έχοντας χάσει όλη της την οικογένεια στο Άουσβιτς, είχε επιβιώσει από το Ολοκαύτωμα. Η σχέση της με τη μητέρα της ηταν πολύ στενή. Η μητέρα της την ενθάρρυνε να μην παντρευτεί νέα, αλλά να κάνει καριέρα. Στα 18 της παρατάει τις σπουδές της στον κινηματογράφο και κάνει την πρώτη της μικρού μήκους ταινία με τον τίτλο “Ανατινάζοντας την πόλη μου”, χρηματοδοτώντας την η ίδια από τη δουλειά της στο χρηματιστήριο της Αμβέρσας, όπου πουλούσε μετοχές διαμαντιών.

Το 1965 μετακόμισε στην Νέα Υόρκη όπου έμεινε μέχρι το 1972 γυρίζοντας ταινίες, διδάσκοντας κινηματογράφο στο πανεπιστήμιο, λαμβάνοντας μέρος σε επιτροπές σαν κριτικός ταινιών και κερδίζοντας τη φιλία και το θαυμασμό πολλών ανθρώπων του σινεμά και γενικά των τεχνών. Επιστρέφοντας στο Βέλγιο το 1973, σκηνοθετεί το καταλυτικό φίλμ για το queer σινεμά “Εγω, εσυ , αυτός, αυτή.”

Γύρισε συνολικά 42 ταινίες, μερικές εκ των οποίων εκτέθηκαν σε μουσεία και σαν εγκαταστάσεις. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν το «Ξενοδοχείο Μοντερέι» , το «Κάμερα 1 και Κάμερα 2», το «Νέα απο το Σπίτι», το «Πέσμου», «Το ραντεβού της Άννας», «Όλη την Νύχτα» και άλλα.Το κύκνειο άσμα της ηταν το «No home movie» (Μια όχι σπιτική ταινία) όπου κινηματογραφεί τη μητέρα της στο σπίτι της, σε προχωρημένη ηλικία και άρρωστη πια, συμπεριλαμβάνοντας και τον εαυτό της να καταγράφει τις συνομιλίες τους. Εκεί φαίνεται ξεκάθαρα η λατρεία που της είχε και η τρυφερότητα με την οποία της μιλούσε. Ισχυριζόταν ότι ολόκληρο της το έργο επικεντρωνόταν γύρω από την μητέρα της. Εξάλλου όλη της τη ζωή αυτοκαθοριζόταν σαν κόρη.

Η Σαντάλ Άκερμαν είχε γευθεί την επιτυχία με το ριζοσπαστικό έργο της στην Αμερική και αργότερα σε όλη την Ευρώπη. Το έργο της υπήρξε μινιμαλιστικό και ουσιώδες, απογυμνώνοντας την εικόνα από τα περιττά, με στοιχεία ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας. Αρνήθηκε την κυρίαρχη άποψη για την πλοκή και δημιούργησε μια νέα δική της κινηματογραφική γλώσσα, που κεντράριζε στην καθημερινότητα και την ανθρώπινη ύπαρξη. Δεν θεωρούσε ότι έκανε φεμινιστικές ταινίες, αν και ήταν ενήμερη και παρακολουθούσε τις εξελίξεις της δεκαετίας του 1970 από κοντά.

Όμως κατάφερε να εξερευνήσει γυναικεία θέματα που ήταν απαγορευμένα, καταδεικνύοντας την βία που έκρυβε ο εγκλεισμός και ο περιορισμός των γυναικών. Οι εσωτερικοί χώροι των ταινιών της είναι συχνά ένα στενόχωρο δωμάτιο, η κρεβατοκάμαρα, η κουζίνα, χώροι όπου περνούν ώρες οι γυναίκες, ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον που πολλές φορές θυμίζει ακούσια φυλακή. Η Άκερμαν χρησιμοποιεί το χώρο της κουζίνας για να εξερευνήσει το συσχετισμό της θηλυκότητας με τις δουλειές του σπιτιού και πώς αυτό καθορίζει τη γυναίκα από μια πατριαρχική επιταγή. Όμως είναι και χώρος της καθημερινότητας και της επικοινωνίας, χώρος συγκεκριμένος και όχι συμβολικός, ζωντανός χώρος όπου καταρρίπτονται τα στερεότυπα .

Ενάμισυ χρόνο μετά τον θάνατο της μητέραςτης και έχοντας νοσηλευθεί με κατάθλιψη, πέθανε το 2015 στο Παρίσι, σε ηλικία 65 χρονών. Άφησε πίσω της ένα πλούσιο, άναρχο και ριζοσπαστικό έργο κατορθώνοντας τελικά να υλοποιήσει το στόχο της, που ήταν να κάνει τις δικές της ταινίες,  τις ταινίες της Σαντάλ Ακερμαν.

Πηγές γαλλική και αγγλική βικιπαίδεια

Η πρώτη φωτογραφία είναι από το φεστιβάλ κινηματογράφου της Βενετίας, του 1982, όπου παρουσίασε την ταινία της “Όλη τη νύχτα”