Λουίζα Μέι Άλκοτ – αμερικανίδα συγγραφέας του 19ου αιώνα

Συντάσσει η Βέρα Σιατερλή

«Οι γυναίκες αποκαλούνται βασίλισσες εδώ και πολύ καιρό, αλλά το βασίλειο που τους έχει δοθεί δεν αξίζει να το κυβερνήσουν».

Λουίζα Μέι Άλκοτ. Αμερικανίδα συγγραφέας, υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας και φεμινίστρια του 19ου αιώνα, γνωστή κυρίως για το μυθιστόρημά της «Μικρές Κυρίες» (1868), δημοφιλές ανάγνωσμα των κοριτσιών για πολλά χρόνια, ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης της εποχής, που βασίζεται χαλαρά στην προσωπική ζωή της Άλκοτ με τις αδερφές της.

Η Λουίζα Μέι Άλκοτ (Louisa May Alcott) γεννήθηκε στην Αμερική στις 29 Νοεμβρίου του 1832 στην πόλη Τζερμαντάουν της Πενσυλβάνιας, που σήμερα αποτελεί προάστιο της Φιλαδέλφειας των ΗΠΑ. Ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα κορίτσια του του διάσημου παιδαγωγού και υπερβατικού φιλόσοφου Έιμος Μπρόνσον Άλκοτ (1799-1888) – χορτοφάγου, υπερμάχου των δικαιωμάτων των γυναικών και της κατάργησης της δουλείας – και της κοινωνικής λειτουργού Άμπι Μέι. Μαζί με τις τρεις αδελφές της, Άννα, Ελίζαμπεθ και Μέι εκπαιδεύτηκαν από τον πατέρα τους και τα χριστιανικά «πιστεύω» της μητέρας τους.

Η συγγραφέας πέρασε τα παιδικά της χρόνια στο Κόνκορντ, και στη Βοστόνη όπου ο πατέρας της ίδρυσε ένα πειραματικό σχολείο. Από πολύ νέα συναναστρεφόταν τον Ναθάνιελ Χόθορν, τον Ραλφ Γουάλντο Έμερσον και τον Χένρι Ντέιβιντ Θόρο, τρεις σημαντικές πνευματικές προσωπικότητες των ΗΠΑ, φίλους του πατέρα της, με τον οποίο μοιράζονταν τα ίδια φιλοσοφικά πιστεύω.

Ο Υπερβατισμός ή Υπερβατολογοκρατία (Transcendentalism), τον οποίο πρέσβευαν, ήταν ένα χαλαρό φιλοσοφικό κίνημα που δημιουργήθηκε στη Νέα Αγγλία τον 19ο αιώνα και σε αδρές γραμμές πίστευε στην υπεροχή της διαίσθησης έναντι της λογικής και της εμπειρίας στην αποκάλυψη των βαθύτατων αληθειών. Επειδή ο πατέρας της ήταν παιδαγωγός και διαφωνούσε με την παιδαγωγική που ακολουθούσαν στον καιρό του, η Λουίζα Μέυ διδάχτηκε κατ’ οίκον.

Η μικρή Λουΐζα μεγάλωσε σαν την πρωταγωνίστρια της, την Τζόζεφιν Μάρτς, παίζοντας όπως τα αγόρια, είχε πάθος για τη γραφή, είχε πλούσια φαντασία και έλεγε ιστορίες στις αδελφές.

… Η Τζο είναι ατίθαση, ένα αγοροκόριτσο που ήθελε να είναι αγόρι- ο γιος μου, όπως έλεγε ο πατέρας της. Είναι εκείνη που παίρνει πρωτοβουλίες για βελτιωθούν τα οικονομικά της οικογένειας: πουλάει τα γραπτά της και τα μαλλιά της σε μια συμβολική κίνηση άρνησης να υποταχτεί στο στερεότυπο του φύλου της. Μας παρουσιάζεται, όπως έχει επισημανθεί, ως ένας χαρακτήρας με πρώιμη φεμινιστική συνείδηση… Ακόμη έκανε θεατρικές παραστάσεις στο αχυρώνα του σπιτιού τους, που συνήθως έπαιζε το κακό ρόλο ή την κακιά βασίλισσα.

Η Άλκοτ κατάλαβε πολύ γρήγορα πως ο πατέρας της ήταν χαμένος στις φιλοσοφικές του αναζητήσεις και τα ουτοπικά κοινωνικά πειράματα («Fruitlands») και δεν είχε το πρακτικό πνεύμα που χρειαζόταν για να συντηρήσει την οικογένειά του. Έτσι, ξεκίνησε ο αγώνας της για την οικονομική επιβίωση της οικογένειάς της.

Από παιδί ακόμη έβγαζε χρήματα φτιάχνοντας ρούχα για κούκλες. Αργότερα δούλεψε ως ράφτρα, δασκάλα (δουλειά που απεχθανόταν), οικιακή βοηθός και συγγραφέας. Το πρώτο της βιβλίο ήταν μία συλλογή παραμυθιών με τίτλο «Παραμυθολούλουδα» («Flower Fables»,1854), που δεν ήταν άλλα από τα παραμύθια που έλεγε στην κόρη του Έμερσον, Έλεν.

Όταν ξέσπασε ο Εμφύλιος Πόλεμος, η Άλκοτ, που ήταν φανατική υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας, κατατάχθηκε ως νοσοκόμα στο στρατό των Βορείων. Κόλλησε, όμως, τυφοειδή πυρετό και αναγκάστηκε να γυρίσει στο σπίτι της. Η υγεία της δεν αποκαταστάθηκε ποτέ εντελώς.

Η καριέρα της ξεκίνησε με την ποίηση και σύντομες ιστορίες σε περιοδικά. Σε ηλικία 22 ετών κυκλοφορεί το πρώτο της βιβλίο «Flower Fables», δηλαδή Μύθοι λουλουδιών. Στη συνέχεια, το 1863 εξέδωσε σε βιβλίο τα γράμματα που έστελνε στο σπίτι της, όταν δούλευε ως νοσοκόμα στον εμφύλιο πόλεμο, όπου και αρρώστησε, με τον τίτλο «Σκηνές του Νοσοκομείου» («Hospital Sketches»), με το οποίο γνώρισε την πρώτη της επιτυχία. Αμέσως μετά άρχισε να συνεργάζεται με το περιοδικό «Atlantic Monthly», γράφοντας παιδικές ιστορίες. Όταν της ζητήθηκε από το 1867, από τον εκδότη του περιοδικό Τόμας Νάιλς, να γράψει ένα βιβλίο για κορίτσια, στην αρχή αρνήθηκε, λέγοντας πως «δεν της άρεσαν τα κορίτσια, αλλά μόνο τα αγόρια».

Τελικά, όμως, πιεσμένη από τις οικονομικές ανάγκες της οικογένειάς της, δέχθηκε κι έγραψε το αυτοβιογραφικό και εντέλει κλασικό μυθιστόρημα «Μικρές Κυρίες» («Little Women», 1868-1869), βασισμένο σε προσωπικές της εμπειρίες, ένα από τα δημοφιλέστερα βιβλία για κορίτσια που έχουν γραφεί ποτέ. Το βιβλίο παρακολουθεί τις ζωές τεσσάρων προικισμένων αδελφών, που μεγαλώνουν στη Νέα Αγγλία την εποχή του Αμερικανικού Εμφύλιου Πολέμου. Η Μεγκ είναι όμορφη, η Τζο ταλαντούχα στο γράψιμο, η Μπεθ παίζει πιάνο και συνθέτει, ενώ η Έιμι ζωγραφίζει. Στην εξέλιξη του μυθιστορήματος τα τέσσερα κορίτσια αρχίζουν να διαμορφώνουν το χαρακτήρα τους και να γίνονται ολοκληρωμένες γυναίκες. Η μητέρα τους, που βρίσκεται στο κέντρο της ζωής τους, τους εμπνέει την πίστη στον εαυτό τους, τους διδάσκει τρόπους για να ξεπερνούν κάθε δυσκολία και τiς μαθαίνει να είναι ειλικρινείς.

Οι «Μικρές Κυρίες» γνώρισαν αμέσως τεράστια επιτυχία κι έτσι το 1869 η Άλκοτ μπόρεσε να γράψει στο ημερολόγιό της: «Δόξα τω Θεώ, πλήρωσα όλα τα χρέη. Τώρα μπορώ νομίζω να πεθάνω ήσυχη». Στή συνέχεια έγραψε κι άλλα βιβλία βασισμένα στις εμπειρίες των παιδικών της χρόνων: Ένα παλιομοδίτικο κορίτσι» («An Old – Fashioned Girl», 1870), «Το σακούλι της θείας Τζο» («Aunt Jo’s Scrap Bag», 1872-1882, 6 τόμοι), «Μικροί κύριοι» («Little Men», 1871) και άλλα.

Δύο σοβαρά μυθιστορήματα που έγραψε, το «Διαθέσεις» («Moods», 1864) – που ήταν και το αγαπημένο της – και το «Δουλειά» («Work», 1873), είχαν λιγότερη επιτυχία, όπως επίσης και το «Ένας σύγχρονος Μεφιστοφελής» («A Modern Mephistopheles», 1877).

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, τα μόνα που ήταν απαλλαγμένα από τις οικονομικές δυσκολίες, σκιάστηκαν από το θάνατο της αδελφής της Ελίζαμπεθ (της Μπεθ των «Μικρών Κυριών»), της μητέρας της και της μικρότερης αδελφής της Μέι, την κόρη της οποίας ανέλαβε η ίδια να μεγαλώσει.

Καταβεβλημένη από την αρρώστια της και υποφέροντας από συνεχείς πόνους, η Λουίζα Μέι Άλκοτ πέθανε στις 6 Μαρτίου 1888, δύο ημέρες μετά το θάνατο του πατέρας της.

Η Άλκοτ έγραψε πάνω από 30 βιβλία.

Στις 6 Μαρτίου του 1888 άφησε την τελευταία της πνοή, δυο μέρες μετά από τον θάνατο του πατέρα της. Τάφηκε στο Κόνκορντ. Έχει διακριθεί ως συγγραφέας, αν και ονειρευόταν να γίνει ηθοποιός.

 

Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει

1849: Η κληρονομιά (The Inheritance), το μυθιστόρημα πρωτοεκδόθηκε το 1997 (μτφ. Γιάννα Μυράτ, εκδ. Καστανιώτης, 2000)
1866: Πίσω από τη μάσκα (Behind a Mask, or a Woman’s Power), με το ψευδώνυμο A. M. Barnard (μτφ. Ξενοφών Μπρουντζάκης για τις εκδ. της εφημ. Το Ποντίκι, 2006)
1866: Μοιραία ερωτική καταδίωξη (A Long Fatal Love Chase), με το ψευδώνυμο A. M. Barnard. Το μυθιστόρημα αυτό πρωτοεκδόθηκε το 1995 (μτφ. Μαρία Κράλλη, εκδ. Καστανιώτης, 1996)
1868: Μικρές κυρίες (Little Women, or Meg, Jo, Beth and Amy) (μτφ. Ρένα Χατχούτ για τις εκδ. Καστανιώτης, 1995, έκδοση για ενήλικες)
1869: Οι μικρές κυρίες παντρεύονται (Good Wives), συνήθως αυτό το δεύτερο μέρος εκδίδεται μαζί με το πρώτο (μτφ. Γ. Τσουκαλάς για τις εκδ. Άγκυρα, α΄ έκδοση 2006, για παιδιά Ρένα Ρώσση – Ζαΐρη για τις εκδ. Μίνωας, α΄ έκδ. 1994 με τίτλο «Οι μικρές κυρίες μεγαλώνουν», για παιδιά)
1870: Ένα ρομαντικό κορίτσι (An Old Fashioned Girl) (μτφ. Γιώργος Τσουκαλάς για τις εκδ. Άγκυρα, 2006, έκδοση για παιδιά)
1874: Μικροί κύριοι (Little Men: Life at Plumfield with Jo’s Boys) (μτφ. Βασίλης Μουστάκης για τις εκδ. Παπαδημητρίου, 1989, έκδοση για παιδιά)

Πηγές: el.wikipedia.org. sansimera.gr