Το «λάλον δεσποινίδιον»

Ανάρτηση του Θανάση Καμπαγιάννη στο fb της 8-1-19

Πήρα σήμερα το νέο ημερολόγιο του ΔΣΑ για το 2019, αφιερωμένο στη γυναίκα δικηγόρο. Στο εξώφυλλο, η Ελένη Καρύδη, πρώτη γυναίκα που διορίστηκε δικηγόρος και έγινε μέλος του ΔΣΑ το 1924, και η Αγνή Ρουσοπούλου, πρώτη γυναίκα μέλος του ΔΣ του ΔΣΑ το 1955.

Όπως αναφέρεται σε πρόσφατο άρθρο της Ιωάννας Σωτήρχου: «Μέσα σε μία 20ετία, 1991-2011, οι γυναίκες στα νομικά επαγγέλματα έφτασαν να αποτελούν την πλειονότητα με ποσοστό 58%. Ιδιαίτερα στη νεότερη ηλικιακή ομάδα, έως 34 ετών, το ποσοστό των γυναικών φτάνει το 70%. Στα νομικά επαγγέλματα υπερτερούν οι δικηγόροι (86,5%), το 7% είναι οι δικαστές και το 6,5% είναι τα λοιπά επαγγέλματα (συμβολαιογράφοι κ.λπ.). Με βάση αυτή τη διάκριση, γυναίκες είναι το 55,4% των δικηγόρων, το 66,4% των δικαστών και το 83,9% των λοιπών νομικών επαγγελμάτων.»

Οι γυναίκες ξεκινάνε ως καθαρή πλειοψηφία στον φοιτητικό πληθυσμό των Νομικών Σχολών της χώρας. Κι όμως τελικά φτάνουν να είναι το 55% των δικηγόρων, ένα νούμερο που κρύβει πως οι γυναίκες συνάδελφοι υπερ-εκπροσωπούνται στη μισθωτή κακοπληρωμένη εργασία και υπο-εκπροσωπούνται στην «μεγάλη» ποινική δικηγορία και στις μεγάλες ηλικίες. Στην πραγματικότητα, η πίεση της κακοπληρωσιάς, των ωραρίων από πρωί μέχρι το βράδυ, της μητρότητας και της οικογένειας λειτουργούν ως ένα αόρατο δίχτυ: δεν είναι τυχαίο ότι στις ηλικίες μέχρι 34 οι γυναίκες είναι το 70% και μετά το ποσοστό αυτό πέφτει ραγδαία.

Σ’ αυτό να προσθέσουμε και το σημαντικότερο. Η δικηγορία – στα όλο και πιο ψηλά πατώματα – θεωρείται πως πρέπει να συνοδεύεται από «αντρικά» χαρακτηριστικά: επιθετικότητα, ψηλές φωνές, τσαμπουκάδες, προσβολές. Οι γυναίκες συνάδελφοι έχουν να διαχειριστούν μια κατάσταση που «για να ακουστούν» (όπως λέμε δικονομικά) πρέπει να υποδυθούν έναν ρόλο που τους είναι ξένος, μαζί με τις προσβολές και τα σεξιστικά αστεία διαφόρων. Δεν είναι εξάλλου τυχαία η κατεύθυνση πολλών γυναικών δικηγόρων προς το δικαστικό και συμβολαιογραφικό σώμα, όπου υπάρχει μεγαλύτερη σταθερότητα και λιγότερη πίεση. Το ποινικό ακροατήριο – ιδίως στα Εφετεία – αποτυπώνεται πλέον από την εικόνα μιας γυναίκας δικαστίνας και ενός άντρα δικηγόρου. Τουλάχιστον έτσι οι γυναίκες είναι περιβεβλημένες με μια ισχύ που τις προστατεύει από τις χειρότερες στιγμές των πρώην συναδέλφων τους. Δεν χρειάζεται καν να ειπωθεί πόσο πολλαπλάσια άξιες είναι οι γυναίκες που, παρ’ όλα αυτά, ασκούν το δικηγορικό επάγγελμα.

Ακούγεται μακρινό, αλλά αυτό είναι ένα απόσπασμα από την Εστία το 1926, όταν η πρώτη δικηγόρος Πειραιά, η Μαρία Φλαμπουριάρη, αγόρευσε σε δικαστήριο:

«Η δικηγόρος δεσποινίς Φλαμπουριάρη ηγόρευσεν εις την δίκην των καταχραστών, εκφράσασα, εν πρώτοις, την χαράν της διότι παρίστατο εκεί ως πρώτη αντιπρόσωπος του διανοουμένου γυναικείου κόσμου της Ελλάδος. Συντασσόμενοι πληρέστατα προς τας αντιλήψεις του κ. Επιτρόπου, καλούμεν και ημείς το λάλον δεσποινίδιον να επανέλθη, ως τάχιστα, εκεί όπου φύσει ανήκει. Ή εις το σπίτι του ή εις το ‘Καπρίς’. Αι γυναίκες είνε προωρισμέναι, κατ’ εκλογήν των και προ παντός καθ’ ικανότητα, ή να γίνουν μητέρες ή να μείνουν γυναίκες. Ή σπίτι ή ‘Καπρίς’. Μέσος όρος δεν υπάρχει, όπως μεταξύ άρρενος και θήλεος δεν υπάρχει τρίτον φύλον» (Νιρβάνας, Παύλος , «Η δικηγορίνα», Εστία, 1/3/1926).

Δείτε ακόμα, σημαντική μελέτη με τίτλο:

«Υπόθεση Αγνής Ρουσοπούλου»: έμφυλες ιεραρχίες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου