Το ’85-’95 στη Θεσσαλονίκη οι Κατίνες σήκωναν το ανάστημά τους

Γράφει η Έλενα Ταξίδου
Αλιεύει η Σοφία Ζυγογιάννη

Οι Κατίνες, οι 15 γυναίκες που απάρτιζαν τον κεντρικό πυρήνα της ομώνυμης ομάδας και οι εκατοντάδες που τις ακολούθησαν, έκαναν την εμφάνισή τους το 1985 και έδρασαν για μία γεμάτη δεκαετία στη Θεσσαλονίκη με ορμητήριό τους ένα γραφείο 8 τ.μ. στη Βασιλέως Ηρακλείου. Αποτέλεσαν την «Αυτόνομη Ομάδα Γυναικών Θεσσαλονίκης» και ταυτόχρονα το περιοδικό «Κατίνα», ως μέρος του γυναικείου κινήματος στην Ελλάδα την δεκαετία του ’80.

Ξεκίνησαν ως φοιτήτριες, προβόκαραν τα πατριαρχικά αισθήματα της τοπικής και όχι μόνο κοινωνίας ταράσσοντας τα νερά της Θεσσαλονίκης με πρωτοποριακές για την εποχή δράσεις. Το 1995 ο κύκλος ολοκληρώνεται χωρίς φανφάρες γιατί όπως χαρακτηριστικά εξομολογείται στην Parallaxi η Βίλμα Μενίκη -μία εκ των πρώτων Κατινών- άλλαξαν οι ανάγκες με την συλλογικότητα να μην αποτελεί πλέον προτεραιότητά τους.

Η Βίλμα σήμερα επιχειρεί να καταγράψει σε ένα αυτοχρηματοδοτούμενο ντοκιμαντέρ την ομάδα, την πορεία της μέσα από αυτήν και την ιστορία της μέσα στη Θεσσαλονίκη. Οι Κατίνες μεγάλωσαν και ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα τής, βρισκόμενες ξανά με αφορμή το ντοκιμαντέρ, σε μία περίοδο που ο φεμινισμός περνάει το στάδιο ανάρτησης ματωμένων εσωρούχων στο διαδίκτυο και η γυναικοκτονία είναι η λέξη που κάνει -διχαστικά- την εμφάνισή της σε διαδικτυακές και μη συζητήσεις. Επικοινωνήσαμε μαζί της ζητώντας της να επιστρέψει στο 1985 και να μας μιλήσει ανοιχτά για τις δικές της Κατίνες, την ομάδα και το περιοδικό που έσπασε τα σύνορα της πόλης, για τα κλισέ του φεμινισμού, για το γυναικείο κίνημα, για την κατάσταση τότε και σήμερα.

Εξηγεί πως η εικόνα που επικρατούσε τότε ως προς την θέση των γυναικών στην Ελλάδα ήταν τραγική. Ο σεξισμός και η πατριαρχία κυριαρχούσαν σε όλα τα επίπεδα με:

♦ άνισες αμοιβές εργασίας την έκτρωση να είναι παράνομη

♦ βιασμούς που δεν καταγγέλλονταν πουθενά

♦  ενδοοικογενειακή βία και παντελή έλλειψη δομών αντιμετώπισής της

♦ ανεξέλεγκτη πορνογραφία σεξιστική παιδαγωγική

♦ αποκλεισμό των γυναικών από την πολιτική σκηνή

♦ άνισο καταμερισμό θέσεων στα δημόσια αξιώματα

♦ άνισες ευκαιρίες εξέλιξης στον επαγγελματικό τομέα

♦ παράνομη διακίνηση γυναικών

♦ γλωσσικό σεξισμό

♦ ανάθεση πολλαπλών ρόλων στην γυναίκα

♦ ενοχοποιημένη γυναικεία σεξουαλικότητα

Επιχειρώντας να συγκεντρώσει τις κυριότερες δράσεις της ομάδας θα αναφέρει πως ανάμεσα σε αυτές ήταν η δημιουργία της SOS γραμμής για κακοποιημένες και βιασμένες γυναίκες που λειτουργούσε καθημερινά 5 – 8 μ.μ. (1991-1995).

Η έκδοση του φεμινιστικού περιοδικού Κατίνα με 7 τεύχη. Διαμαρτυρίες και δημόσιες πορείες στην πόλη. Η πραγματοποίηση του 1ου φεστιβάλ Γυναικών το 1988, όπου επιτρεπόταν η είσοδος μόνο σε γυναίκες με καλεσμένη την Ολλανδή συγγραφέα Άνια Μέυλεμπελτ και την συνθέτρια Νένα Βενετσάνου.

Η δημιουργία Ομάδας αυτογνωσίας και αυτοανάλυσης.

Η εκδήλωση στο νοσοκομείο Άγιος Δημήτριος με θέμα την γυναίκα και τον πόλεμο.

Η συνεργασία με τοπικούς φορείς, γιατρίνες/γιατρούς, δικηγορίνες/δικηγόρους, πανεπιστημιακές (Ομάδα Γυναικείων Σπουδών), δημοσιογραφίνες/ους.

Η Διοργάνωση καλλιτεχνικών εκδηλώσεων –κινηματογραφικές προβολές, αφιερώματα, μουσικές συναντήσεις, πάρτι και η Ραδιοφωνική εκπομπή “Συμφωνία κυριών“.

Της Αυτόνομης Ομάδας Γυναικών Θεσ/νίκηςπεριοδικό Κατίνα προηγήθηκε το Σπίτι Γυναικών Θεσ/νίκης, το οποίο όταν έκλεισε, κάποιες γυναίκες από εκεί μαζί με άλλες δημιούργησαν την ομάδα της “Κατίνας”. Το γυναικείο κίνημα στην Ελλάδα ήταν ήδη πολύ ζωντανό από την δεκαετία του ’70 μέσω πολλών γυναικείων ομάδων σε πολλές πόλεις.

Η ομάδα στεγάστηκε στην Βασ. Ηρακλείου 19, δίπλα στα Λουλουδάδικα. Εκεί 15 περίπου γυναίκες, που αποτέλεσαν τον πυρήνα της, νοίκιασαν αρχικά ένα γραφείο 8 τ.μ. στο ισόγειο, πίσω από το ασανσέρ.

«Η πολυκατοικία ήταν πολύ παλιά και το νοίκι φτηνό έτσι ώστε να μπορούμε να ανταποκριθούμε, αφού μόνες μας πληρώναμε όλα τα έξοδα του γραφείου» αναφέρει η Βίλμα. «Μετά από λίγο καιρό, η ομάδα νοίκιασε στην ίδια πολυκατοικία στον 4ο όροφο ένα γραφείο πολύ πιο ευρύχωρο με ένα μικρό ετοιμόρροπο μπαλκόνι. Ετοιμόρροπο το μπαλκόνι, αφού ήδη ο διαχειριστής μας είχε προειδοποιήσει να μην καθόμαστε πολλές έξω, μήπως και δεν αντέξει το βάρος μας. Σαν να είχε αντιληφθεί ότι κουβαλούσαμε κάτι βαρύ, πολύ εσωτερικό και γήινο, που θα θέλαμε να το μοιραστούμε και έξω από τα στενά όρια του γραφείου…

Στο δωμάτιο αυτό μαζευόμασταν λοιπόν κάθε Τρίτη στις 8 το βράδυ, 15-20 γυναίκες. Διακατεχόμασταν από τόσο πάθος και ζέση για την κινηματική μας δράση, που οι συναθροίσεις μας έμοιαζαν με βουερό μελίσσι. Μία μικροκοινωνία στην οποία ακούγονταν διαφορετικές φωνές, επεξεργαζόταν πολυσήμαντα θέματα και παρήγαγε πρωτοφανή θεωρία».

Β.Μ: Πολύωρες συζητήσεις, αναλύσεις επί των αναλύσεων, διαφωνίες, αντιρρήσεις, προβληματισμοί, ερωτήματα, συνθέσεις και συμπεράσματα. Όλα σε σχέση με τα γυναικεία θέματα, με την ανισότητα των φύλων, με το σεξισμό, με την πατριαρχία, με την βία και τον βιασμό, την γυναικεία σεξουαλικότητα, τα αναπαραγωγικά δικαιώματα, την αφύπνιση άλλων γυναικών, την θέση μας σε αυτήν την κοινωνία και την εγκαθίδρυση μίας κοινωνίας γυναικοκεντρικής με απόλυτη ισότητα θεσμική και κοινωνική.

Το όνομα Κατίνα επιλέχθηκε γιατί θέλαμε να αποδυναμώσουμε μία αρνητική λέξη που χρησιμοποιούσε η κοινωνία μόνο για τις γυναίκες και μάλιστα με απόλυτα απαξιωτικό τρόπο. Θέλαμε να σπάσουμε αυτόν τον σεξιστικό όρο, να τον αποδομήσουμε και να τον θετικοποιήσουμε. Δώσαμε λοιπόν σε αυτήν την λέξη μία θετική χροιά, μία πνευματική και δυναμική έννοια.

Η δράση στη Θεσσαλονίκη ξεκινάει το 1985. Νεαρές γυναίκες, κυρίως φοιτήτριες και ελάχιστες εργαζόμενες, οι οποίες έχοντας ήδη ενεργό δράση στην πόλη όσον αφορά τα γυναικεία θέματα, αποφάσισαν να δημιουργήσουν εκ νέου μία ομάδα με κύριο στόχο την αυτονομία της.

Β.Μ: Αυτό σήμαινε ότι καλέσαμε μόνο γυναίκες από διαφορετικούς χώρους και πεποιθήσεις, με σκοπό να δραστηριοποιηθούμε σε θέματα φύλου, χωρίς όμως να αποφασίζεται η πορεία μας από καμία κεντρική επιτροπή, κάτι που είθισται σε πολιτικές και κομματικές ομάδες.

Β.Μ: Όλες αυτές οι δράσεις απαιτούσαν να είμαστε παρούσες, ενωμένες, συνεπείς και θαρραλέες. Στηρίζαμε εμείς οι ίδιες την ομάδα οικονομικά με την μηνιαία μας συνδρομή, εκδίδαμε το περιοδικό με δικά μας έξοδα και το διανείμαμε οι ίδιες στα κεντρικότερα βιβλιοπωλεία της πόλης. Το διακινούσαμε και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, καθώς υπήρξαν φανατικές αναγνώστριες του περιοδικού και το περίμεναν.

Πιεζόμασταν πάρα πολύ με το οικονομικό γιατί οι περισσότερες ήμασταν φοιτήτριες με ελάχιστα έσοδα και πολλά έξοδα για την διατήρηση του χώρου. Ήταν όμως η προτεραιότητά μας. Επιδιώξαμε και είχαμε τον δικό μας χώρο. Δέκα χρόνια η ομάδα υποδέχθηκε νέες γυναίκες – μέλη, κάποιες έμειναν κάποιες όχι, δέκα χρόνια δεθήκαμε, συγκινηθήκαμε, φοβηθήκαμε, γελάσαμε, διασκεδάσαμε, μαλώσαμε, δημιουργήσαμε, διαμαρτυρηθήκαμε, ταράξαμε τα νερά της πόλης. Κάναμε φασαρία. Ακουστήκαμε. Δηλώσαμε την παρουσία μας με τους δικούς μας όρους.

Β.Μ: Η ανταπόκριση ήταν πολύ θετική από πολλές γυναίκες. Και κυρίως όσον αφορά την λειτουργία της sos γραμμής για τις κακοποιημένες και βιασμένες γυναίκες. Τα τηλεφωνήματα που δεχόμασταν έδειχναν μία πολύ ουσιαστική στάση απέναντι σε αυτό που κάναμε. Μας έδιναν συγχαρητήρια, μας έψαχναν, μας σύστηναν σε άλλες. Υπήρξαν βέβαια και πολλά υβριστικά και απειλητικά μηνύματα στον τηλεφωνητή, κυρίως από άνδρες.

Ήταν πολύ θετική και η ανταπόκριση των ΜΜΕ της Θεσσαλονίκης και άλλων πόλεων, με συνεντεύξεις και την παρουσίαση της γραμμής. Λαμβάναμε στο περιοδικό γράμματα γυναικών από περιοχές και μικρά χωριά της Ελλάδας που μας ευχαριστούσαν για το περιοδικό το οποίο τις έδινε μία ελπίδα, το περίμεναν και το αναζητούσαν.

Θυμάμαι όταν πήγα το 2011 στα γραφεία μας για να γυρίσω το πρώτο μου βίντεο για το ντοκιμαντέρ συνάντησα τυχαία τον διαχειριστή οποίος ήταν και υπεύθυνος για το ενοίκιο και τα κοινόχρηστα του γραφείου. Πέραν της έκπληξης που συναντηθήκαμε 16 χρόνια μετά, εκφράστηκε με πολύ θαυμασμό και χαρά για την παρουσία μας τότε.

Είχε φυλάξει πράγματά μας σε μία αποθήκη, με πήγε εκεί, μου έδωσε τα κλειδιά για να μπω στον εγκαταλειμμένο πλέον χώρο μας και γενικά μου έδωσε χώρο και χρόνο για να γευτώ το παρελθόν…

Πριν από λίγο καιρό συνάντησα έναν κύριο οποίος στήριξε και οικονομικά το ντοκιμαντέρ, ζει εδώ και 30 χρόνια στην Αυστραλία και έχει στο αρχείο του σχεδόν όλα τα τεύχη της Κατίνας.

Πολύ συγκινητική εμπειρία ήταν όταν μου είπε πέρυσι μία φίλη στην Αθήνα, ότι το δώρο που έκανε στην ανιψιά της που έφευγε για το εξωτερικό, ήταν όλα τα τεύχη της Κατίνας – ως το καλύτερο πνευματικό δώρο που θα μπορούσε να της κάνει.

Το περιοδικό εκδιδόταν 1-2 φορές τον χρόνο. Εκδώσαμε επτά τεύχη από το 1987 έως και το 1995. Εκδίδαμε περίπου 1.500 κόπιες, τα διανείμαμε σε βιβλιοπωλεία, μόνες μας κυρίως και στέλναμε και σε άλλες πόλεις.

Β.Μ: Αποφασίζαμε όλες μαζί για τα άρθρα, για τις φωτογραφίες και την σελιδοποίηση, η οποία γινόταν χειροκίνητα. Καθόμασταν πολλές ώρες πάνω από την μονταζιέρα που μας δάνειζε ένας φίλος της ομάδας, κόβαμε κείμενα, κολλούσαμε φωτογραφίες, διορθώναμε, όλα αυτά γινόταν με το χέρι.

Απαιτούσε πολύωρη προσεκτική και λεπτομερή εργασία. Το κάναμε με πολλή χαρά, κέφι, δημιουργικότητα και πάθος. Γιατί ήταν το πρόσωπό μας προς τα έξω, ήταν ο δημόσιος λόγος μας.

Αρθρογραφούσαμε πολλές από τα μέλη της ομάδας και όχι μόνο. Τα άρθρα αφορούσαν την επικαιρότητα, θεωρητικές προσεγγίσεις για την πατριαρχία και τον σεξισμό, κριτική ταινιών, βιβλίων, είχαμε νέα από όλο τον κόσμο, μεταφράσεις ξένων κειμένων και συνεντεύξεις.

Μας πλησίαζαν μέσω του περιοδικού γιατρίνες/οί, δικηγορίνες/οι για να προσφέρουν εθελοντικά την βοήθειά τους στις κακοποιημένες γυναίκες. Κάποια άρθρα για την κακοποίηση προκάλεσαν αίσθηση και μας καλούσαν σε ραδιοφωνικούς σταθμούς για να τα συζητήσουμε.

Ποιες ήταν οι Κατίνες τελικά;

Β.Μ: Είχαμε βρεθεί 20 γυναίκες με κοινό στόχο, με κοινό όραμα, με κοινά βιώματα και με πλήρη συνείδηση ότι ο αγώνας αυτός ήταν πολύ δύσκολος, με ελάχιστες και ελάχιστους συμμάχους. Αποφασίζαμε δημοκρατικά, συζητώντας πάντα σε κύκλο, μέχρι να πάρουμε τελική απόφαση, όταν υπήρξαν διαφωνίες.

Και οι διαφωνίες όμως έπαιζαν καταλυτικό ρόλο γιατί αναπτύσσαμε ώρες τα επιχειρήματά μας μέχρι να καταλήξουμε κάπου. Και οι υποχωρήσεις ήταν όμως πολύ λειτουργικές και βοηθούσαν στην όλη διαδικασία. Γιατί εξελισσόμασταν μέσα από την διαδικασία της ώσμωσης και της σύνδεσης μεταξύ μας. Το αποτέλεσμα ήταν αυτό που ακολουθούσε σαν απόλυτη φυσική κατάληξη της διαδικασίας.

Η αλλαγή που οραματιζόμασταν ήδη είχε ξεκινήσει από εμάς στην ομάδα και τον τρόπο που λειτουργούσαμε. Δεν ήμασταν τέλειες, ούτε απελευθερωμένες από όλα.

Απελευθερωτικές όμως ήμασταν, γιατί αρθρώναμε δημόσια πια έναν απόλυτα φεμινιστικό λόγο σε μία πόλη όπου υπήρχαν δημόσια ελάχιστες φεμινιστικές δράσεις. Κυρίως αμφισβητήσαμε κυρίαρχες νόρμες, απόψεις και πεποιθήσεις.

Εναντιωθήκαμε σε σεξιστικές πολιτικές που περιθωριοποιούσαν τις γυναίκες και αποφασίσαμε από κοινού να διαμαρτυρηθούμε για όλα αυτά με δημόσια όμως παρουσία.

Το 1995, όπως κάθε κύκλος έκλεισε ομαλά, αθόρυβα, χωρίς τυμπανοκρουσίες. Ξεκινούσε η εποχή των σιωπηλών δράσεων, των προσωπικών αγώνων. Αρχίσαμε να εργαζόμαστε, να περιορίζεται ο χρόνος μας, να αλλάζουν οι ανάγκες μας και ο τρόπος ζωής μας. Η συλλογικότητα δεν ήταν πλέον προτεραιότητά μας.

Τι έχει αλλάξει από το 1985;

Β.Μ: Σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει λίγο προς το καλύτερο σε πολλά επίπεδα. Θεσμοθετούνται νόμοι υπέρ της ισότητας των φύλων, λειτουργούν καταφύγια για κακοποιημένες γυναίκες, γίνεται λόγος για σεξισμό στην γλώσσα, αυξήθηκε η αντιπροσώπευση των γυναικών στα δημόσια αξιώματα, ποινικοποιείται ο βιασμός.

Υπάρχει όμως ανάγκη για νέο γυναικείο κίνημα, γιατί οι γυναικοκτονίες είναι πια μάστιγα. Οι δολοφονίες και οι βιασμοί λόγω φύλου είναι δυστυχώς σε πολύ υψηλό βαθμό και συμβαίνουν καθημερινά. Η εκπαίδευση με τις αναχρονιστικές παιδαγωγικές μεθόδους, με τα σεξιστικά σχολικά εγχειρίδια, με την αναπαραγωγή έμφυλων διακρίσεων, με τον αποκλεισμό γυναικών από τις ανώτερες ιεραρχικά θέσεις, με την πορνογραφία σε έξαρση, με την παράνομη διακίνηση γυναικών, με την πορνεία σε καθημερινή θέαση, με την ηλεκτρονική κακοποίηση των νεαρών κυρίως κοριτσιών, με την σεξουαλική παρενόχληση και την ανεργία να πλήττει πρώτα τις γυναίκες, είναι εμφανές ότι ήμαστε σε κατάσταση πλήρους πατριαρχίας και ανισότητας των φύλων.

Τα γυναικεία κινήματα θα μπορούσαν να κάνουν την αυτοκριτική τους σήμερα, σπάζοντας τα κλισέ που του χρεώθηκαν και υιοθετώντας ένα άλλο μοντέλο έκφρασης;

Β.Μ: Όλα αυτά τα χρόνια το γυναικείο κίνημα κάνει την αυτοκριτική του και για αυτό γεννιούνται νέες ομάδες με νέες ιδέες, μιλούν με διαφορετικά μέσα και χρησιμοποιούν το διαδίκτυο με πολύ ευρηματικό τρόπο. Πέραν όμως της αυτοκριτικής που γινόταν και γίνεται, αυτό που χρειάζεται είναι να ενδυναμωθούν οι γυναίκες και να καταγγέλλουν σεξιστικές πράξεις εναντίον τους.

Όσον αφορά τους αστεϊσμούς που κυριαρχούν είναι κι αυτοί μέρος της πατριαρχικής προπαγάνδας που γίνεται για να διατηρείται η αντίληψη της κατωτερότητας των γυναικών. Η ρητορική μίσους των φύλων γνωρίζει άριστα τους μηχανισμούς. Οι νέοι εκλαμβάνουν αυτό που επιθυμούν να εκλάβουν κι οφείλεται όχι στην οπτική μέσω της οποίας βλέπουν την ζωή και τις ανθρώπινες σχέσεις. Με αυτό που λέω θέλω να απενοχοποιήσω το γυναικείο κίνημα και την κριτική που του ασκήθηκε γιατί δεν έγινε καλοπροαίρετα και με διάλογο.

Πώς είναι οι “Κατίνες” σήμερα;

Β.Μ: Οι περισσότερες γυναίκες που συμμετείχαμε στην ομάδα τότε, σήμερα είμαστε σε μία αναστοχαστική φάση, εργαζόμενες οι περισσότερες, με ενσωματωμένη την φεμινιστική μας οπτική και στο επάγγελμα μας και στην προσωπική μας ζωή. Με πολύ κόστος υπερασπιζόμαστε την ιδεολογία μας και προσπαθούμε να την κάνουμε πράξη.

Πώς προέκυψε η ιδέα για το ντοκιμαντέρ;

Β.Μ: Ξεκίνησε ξεκάθαρα ως προσωπική μου ανάγκη. Το 2010 επέστρεψα μετά από ένα μακρινό ταξίδι δύο μηνών, έχασα δύο πολυαγαπημένες μου φίλες, έμαθα ότι η αγαπημένη μας φεμινίστρια, ακτιβίστρια Ζώγια Χρονάκη πάσχει από μία ανίατη ασθένεια και όλα αυτά πυροδότησαν μία αίσθηση αναχώρησης. Μία αίσθηση να προλάβω τον χρόνο και να ξαναδώ κάποιες από τις “Κατίνες”, να επαναπροσδιορίσω την πορεία μου και το ξεκίνημα μιας άλλης διαδρομής.

Στο ντοκιμαντέρ συμμετέχουμε γυναίκες, μέλη και φίλες της ομάδας, οι οποίες συνεργαστήκαμε με διάφορους τρόπους. Ξετυλίγουμε το κουβάρι της ιστορίας της ομάδας, μέσα από προσωπικές αφηγήσεις, φωτογραφίες και άρθρα της εποχής. Γυναίκες που τώρα πια είμαστε σε άλλες θέσεις, ηλικίες, ρόλους, με διαφορετικές πορείες τόσο στην προσωπική μας ζωή όσο και στην πολιτική μας διαδρομή. Και με διαφορετικά επαγγέλματα.

Αλλάξαμε εμείς οι ίδιες; Μας άλλαξε κάτι, σιωπήσαμε, πώς πορευτήκαμε όλα αυτά τα χρόνια εκτός ομάδας; Υπάρχουν σημάδια, ίχνη στην ζωή μας από την συμμετοχή μας στο αυτόνομο γυναικείο κίνημα;

Ορίστηκε λοιπόν το 2011 η συνάντηση στη Θεσσαλονίκη στη “Σάσσου” σε ένα μεζεδοπωλείο μίας πολύ καλής φίλης της ομάδας. Συναντηθήκαμε με πολύ χαρά και μεγάλη αγωνία. Αγκαλιές, συγκίνηση, απορία, αμηχανία, τρακ, τρυφερότητα και νοσταλγία. Αυτό ήταν το έναυσμα για να δημιουργηθεί το ντοκιμαντέρ. Προς αποφυγήν της ΛΗΘΗΣ και τέρψιν της ΑΛΗΘΕΙΑΣ.

Σχετικά με το ντοκιμαντέρ

Σκηνοθεσία, σενάριο, έρευνα, παραγωγή: Μενίκη Βίλμα

Μοντάζ: Κάρμεν Ζωγράφου

Μουσική: Νένα Βενετσάνου, Χριστίνα Κυριακίδου, Στρίγγλες, Barbara Strozzi.

Συμμετέχουν 19 γυναίκες, μέλη και φίλες της ομάδας.

Β.Μ: Το ντοκιμαντέρ είναι η προσωπική μου καταγραφή για αυτήν την ομάδα, η πορεία μου μέσα από αυτήν και η ιστορία της μέσα στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Αυτό επιτυγχάνεται με φωτογραφίες της εποχής, με προσωπικές συνεντεύξεις, με ομαδικές συναντήσεις, με αρχειακό υλικό.

Αυτό που με κινητοποίησε να γυρίσω αυτό το ντοκιμαντέρ είναι η ανάγκη μου για ορατότητα και δικαιοσύνη. Είμαι καθηγήτρια εδώ και 18 χρόνια, ασχολούμαι πολύ ενεργά με την ενδοσχολική βία, με θέματα φύλου και εκπαίδευσης και γενικότερα με την μη βίαιη επικοινωνία. Αυτό που συνειδητοποίησα είναι ότι οι ρίζες αυτής της ενασχόλησής μου είναι βαθιά συνυφασμένες με την εμπλοκή μου στο γυναικείο κίνημα. Σήμερα, μιλάμε στην εκπαίδευση για βιωματική μάθηση, για την αποδοχή της διαφορετικότητας, για διάλογο, για ενεργοποίηση των μαθητριών και μαθητών, για προσωπική και όχι συγκριτική αξιολόγηση και ότι το προσωπικό είναι και πολιτικό. Όλα αυτά και πολλά άλλα ήταν τα βασικά θέματα που αναλύαμε και επεξεργαζόμασταν στην Αυτόνομη ομάδας μας, την Κατίνα.

Η πλήρης συνειδητοποίηση ότι όλα αυτά άρχισαν να εφαρμόζονται σταδιακά 30 χρόνια μετά, με έκανε να αισθανθώ πολλή χαρά, βαθιά ικανοποίηση και σχετική θλίψη. Γι’ αυτό κύριος σκοπός του είναι να ξαναγράψει την ιστορία εκείνης της δεκαετίας μέσα από την γυναικεία οπτική και με τις γυναίκες ως υποκείμενα. Ως δρώντα υποκείμενα, ορατά, που δεν περνούν στην λήθη και στην αφάνεια.

Η καμπάνια γινόταν μέσω του Indiegogo και ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο. (Οι Κατίνες μου Documentary | Indiegogo).

Όσες κι όσοι επιθυμούν να βοηθήσουν οικονομικά για το μοντάζ, για το στούντιο ήχου, για την διαφήμισή του στα ΜΜΕ (αφίσες, προσκλήσεις, ιστοσελίδα, έντυπο υλικό), για συμμετοχή σε ελληνικά και ξένα φεστιβάλ – καθώς είναι κυρίως αυτοχρηματοδοτούμενο- μπορούν να καταθέσουν στον λογαριασμό μου στην τράπεζα Πειραιώς: GR 0801710720006072010179435 στο όνομα Μενίκη Βηθλεέμ.

ΠΗΓΗ: PARALLAXI 5-2-2019