Γεωργία Σάνδη: διεκδικώντας μια θέση στη Λογοτεχνία

Γράφει η Δώρα Στυλιανίδου

Η προκλητική και πολυτάραχη ζωή της Γεωργίας Σάνδη (George Sand) επισκιάζει κατά πολύ το πληθωρικό συγγραφικό έργο της. Η σκανδαλιστική φήμη της προηγείται σίγουρα των βιβλίων της, αν και υπήρξε πολύ πετυχημένη, ιδιαίτερα σαν συγγραφέας αισθηματικών μυθιστορημάτων της εποχής της. Συγκαταλέγεται στους εκπροσώπους του Γαλλικού Ρομαντισμού όμως η Σάνδη δεν εξελίχθηκε ποτέ σε μεγάλη συγγραφέα αλλά έγραψε επίσης αγροτικές νουβέλες με φολκλορική χροιά, δοκίμια και απομνημονεύματα. Τότε γιατί να ασχοληθούμε με την Σάνδη;

Επειδή έγραψε σε μια εποχή που οι γυναίκες-αν και πιο ελεύθερες-δεν απολάμβαναν πλήρη δικαιώματα και άνοιξε το δρόμο για τη χειραφέτησή τους, και ειδικά εκείνων που ονειρεύονταν να γίνουν συγγραφείς.
Ήταν σχεδόν αδύνατο για μια γυναίκα να βιοποριστεί από την συγγραφή βιβλίων, γιατί κράταγαν τα γκέμια άνδρες στην συντριπτική πλειοψηφία, αν και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πολλοί δικαίως θεωρήθηκαν κορυφαίοι γάλλοι συγγραφείς όπως ο Ουγκώ, ο Φλωμπέρ, ο Μπαλζάκ. Η Σάνδη διεκδήκησε να την πάρουν στα σοβαρά σαν συγγραφέα και να την δεχθούν ισότιμα.

Η Σάνδη συναναστρέφονταν πολλούς απο αυτούς, χωρίς να κατορθώσει να αποκτήσει το τεράστιο ταλέντο τους. Όμως κατάφερε να γράψει και να επιβιώσει στον σκληρό, και ανταγωνιστικό χώρο των γραμμάτων, θυσιάζοντας πολλές φορές ακόμα και την προσωπική της ζωή. Δεν έπαψε ποτέ να είναι μια ταλαντούχος μυθιστοριογράφος, αφοσιωμένη στο γράψιμο, πιστεύοντας ότι είχε μια θέση στη λογοτεχνία.

Γεννήθηκε στο Παρίσι την 1η Ιουλίου του 1804 και την μεγάλωσε η γιαγιά της στο κτήμα της στο Νοάντ, της γαλλικής επαρχίας του Berry. Το πραγματικό της όνομα ήταν Αρμαντίν Ωρόρ Ντυπέν και όταν παντρεύτηκε έγινε βαρώνη Ντιντεβάν.

Έγινε γνωστή για την τόλμη της να ντύνεται με αντρικά ρούχα δημοσίως, κάτι που ήταν γενικά αδιανόητο για τις γυναίκες του 19ου αιώνα. Το 1800 απαγορεύονταν με διαταγή της αστυνομίας να φορέσει μια γυναίκα ανδρικά ρούχα, χωρίς να πάρει άδεια απο τις αρχές. Κάποιες γυναίκες έκαναν αίτηση, γιατί το απαιτούσε η υγεία τους, το επάγγελμα τους ή απλά η ψυχαγωγία τους (όπως η στολή ιππασίας).

Όμως, οι περισσότερες αψηφούσαν την αστυνομία και ντύνονταν σαν άνδρες, όχι μόνο για καθαρά πρακτικούς λόγους, επειδή τα παντελόνια ήταν πιο άνετα από τα περίπλοκα χρονοβόρα γυναικεία ενδύματα, αλλά και σαν ξεκάθαρη πρόκληση, σε μια προσπάθεια να χαλαρώσουν τα κυρίαρχα στερεότυπα που λειτουργούσαν σαν κοινωνικά δεσμά, κρατώντας τις γυναίκες αιχμάλωτες κυριολεκτικά, του κοινωνικού καθωσπρεπισμού που είχε επιβληθεί από την πατριαρχία στο φύλο τους.

Η Σάνδη δεν πήρε ποτέ άδεια από την αστυνομία και συνέχισε να φοράει αγέρωχα τα αντρικά ρούχα, που ήταν πρωτίστως πιο φθηνά, ήταν άνετα και ευρύχωρα, χωρίς τους βασανιστικούς περιορισμούς των σφικτών κορσέδων και της έδιναν μεγάλη ελευθερία κίνησης. Επιπλέον της έδιναν πρόσβαση στους χώρους συνάθροισης των αντρών, στα λογοτεχνικά και φιλολογικά σαλόνια και καφενεία της εποχής όπου γινόταν μια εκπληκτική διακίνηση νέων ιδεών μέσα σε ένα μποέμικο, καλλιτεχνικό και δημιουργικό κλίμα όπου ένιωθε ισότιμη με τους άντρες, που την δέχονταν σαν μια γυναίκα ανάμεσα στο συντριπτικά ανδροκρατούμενο περιβάλον τους.

Σκανδάλιζε με το κάπνισμά της δημοσίως, που δεν είχε γίνει αποδεκτό ακόμη στις γυναίκες. Πολύς κόσμος δέχθηκε την προκλητική συμπεριφορά της μέχρι που διάβασε τα βιβλία της. Ο Ουγκώ έγραψε χαρακτηριστικά «Η Γεωργία Σάνδη δεν μπορεί να αποφασίσει αν είναι άνδρας ή γυναίκα. Εκτιμώ όλους τους συναδέλφους μου αλλά δεν είναι η θέση μου να αποφασίσω αν η Σάνδη είναι αδελφή μου ή αδελφός μου.»

Παντρεύθηκε το 1822, στα 18 της, και απέκτησε δύο παιδιά. Το 1831 εγκατέλειψε τον άνδρα της παίρνοντας μαζί της τα παιδιά και άρχισε τις πολλές ερωτικές της περιπέτειες με καλλιτέχνες και ανθρώπους των γραμμάτων. Ανάμεσα στους εραστές της ήταν ο Jules Sandeau (από όπου πήρε το όνομα της Sand) ο ποιητής Alfred de Musset, ο Charles Didier, ο μουσικοσυνθέτης Φράντς Λίστ και ο επίσης συνθέτης Φρειδερίκος Σοπέν.

Αλληλογραφούσε επίσης με τον Φλομπέρ, τον μεγάλο γάλλο συγγραφέα της μαντάμ Μποβαρύ, με την οποία διατηρούσε στενή φιλία. Η σχέση της με τον Σοπέν ήταν παθιασμένη και πέρασε μαζί του τον χειμώνα του 1838 -1839 στη Μαγιόρκα, στο εγκαταλελειμένο μοναστήρι της Valldemossa. To 1841 δημοσίευσε το βιβλίο της “Χειμώνας στη Μαγιόρκα”. Χώρισε με τον Σοπέν λίγο πριν πεθάνει εκείνος απο φυματίωση. Στο βιβλίο της «Λουκρήτσια Φλοριάνι» αντλεί έμπνευση από τον χαρακτήρα του Σοπέν.
Στα επιτυχημένα μυθιστορήματα της συγκαταλέγονται τα «Ιντιάνα»(1833), «Λέλια»(1833), «Μωπρά»(1837), «Ο συνοδός του γύρου της Γαλλίας»(1840), «Κονσουέλο»(1842-1843) και άλλα.

Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ η ζωή της ήταν αντισυμβατική, τα βιβλία της διακατέχονταν από ένα συντηρητισμό (αν και όχι πάντα) και ηθικολογία. Πρέπει να σημειωθεί ότι η στάση των γυναικών απέναντι στη Σάνδη κυμαίνονταν μεταξύ θαυμασμού από τις περισσότερες  για την αυτονομία της, και απέχθειας από εκείνες που ένιωθαν ότι προσέβαλε τον καθωσπρεπισμό τους.

Από την ταινία για τη ζωή της Σάνδη, του 1999, που ασχολείται κυρίως με τους έρωτές της

Η Γεωργία Σάνδη πέθανε στο Νοάν, στις 8 Ιουνίου του 1876 σε ηλικία 71 ετών. Ο Βίκτωρ Ουγκώ έγραψε «Κλαίω μιά νεκρή, χαιρετώ μια αθάνατη». Η σπουδαία αυτή γυναίκα που είχε πάρει με τόση τόλμη και θάρρος την τύχη της στα χέρια της και τη βαριά ευθύνη της Τέχνης, είχε καταφέρει όχι μόνο να κερδίσει χρήματα και αναγνώριση από τους άνδρες συναδέλφους της και τις γυναίκες που διάβαζαν τα βιβλία της, αλλά και μια θέση στην παγκόσμια λογοτεχνία.

Πηγές βικιπαίδεια στα αγγλικά, ελληνικά και γαλλικά