Γυναίκες στη Γαλλική Επανάσταση

12/7/2020

Γράφει η Βέρα Σιατερλή

Η Γαλλική Επανάσταση του 1789, (με την μπλε-κόκκινη-άσπρη κονκάρδα που συμβολίζει το τρίπτυχο «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη», τα τρία χρώματα που έγιναν το εθνικό σύμβολο της Γαλλίας και αποτυπώθηκαν αργότερα στην γαλλική σημαία), ήταν μια κοινωνική επανάσταση που αποτέλεσε μία από τις πιο σημαντικές στιγμές στην ιστορία όλης της Ευρώπης γενικότερα. Η Γαλλική Επανάσταση απηχεί τις ιδέες του Διαφωτισμού, επηρεασμένη από ανάλογο φιλελεύθερο κλίμα κατοχύρωνε με τα άρθρα της κάποια θεμελιώδη δικαιώματα που ως τότε είχαν καταπατηθεί από την εξουσία του απολυταρχικού καθεστώτος. Τί συνέβη όμως με τα δικαιώματα του μισού πληθυσμού της γης, τις γυναίκες;

Στην προ-επαναστατική Γαλλία, οι γυναίκες δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα. Θεωρούνταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας, και αντιμετωπίζονταν ως η περιουσία ή το εμπόρευμα του συζύγου, του πατέρα ή της κοινωνίας γενικότερα. Καθώς τα δικαιώματά τους ήταν μηδαμινά (κυρίως κληρονομικά και τιμής για τις εύπορες και απολαβών για την αγροτική δουλειά), ήταν αναγκασμένες να στηρίζονται στους άντρες για να καθορίσουν τι ήταν το καλύτερο για αυτές. Υπήρχαν αρκετές προκαταλήψεις με βάση το φύλο σχετικά με τον ρόλο της γυναίκας πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Η άποψη ότι οι γυναίκες, λόγω του φύλου τους είναι αυτόματα υποδεέστερες του ανδρός είχε ως άμεση συνέπεια τον υποβιβασμό τους και την θεώρηση ότι λόγω της φύσης της, η γυναίκα αδυνατεί να ανταποκριθεί στην πολιτική ζωή ή να κατανοήσει τα δυσνόητα πολιτικά θέματα με τα οποία ασχολούνταν οι άντρες. Η ταχεία αλλαγή που εδραιώνεται στη Γαλλία κατά τη Γαλλική Επανάσταση, απαίτησε από τις γυναίκες προερχόμενες από όλες τις διαφορετικές τάξεις να αξιολογήσουν εκ νέου τον ρόλο τους στη κοινωνία. Τα δικαιώματα των γυναικών τέθηκαν ίσως για πρώτη φορά προς συζήτηση υπό το πρίσμα της παραδοχής ότι οι γυναίκες αξίζουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες ευκαιρίες που δίνονταν στους άντρες.

Η δημοκρατία των Ιακωβίνων του σχολαστικού Ροβεσπιέρου, του διεφθαρμένου Δαντόν, του επαναστάτη Σεν Ζυστ, του άξεστου Μαρά, η Βαστίλλη, το Επαναστατικό Δικαστήριο και η λαιμητόμος, συμπληρώνουν, μαζί με τις θλιβερές μορφές της άμυαλης Μαρίας Αντουανέττας και του αφελούς Λουδοβίκου, έρχεται στη μνήμη μας, από τα μαθητικά μας χρόνια.

Από τις γυναίκες όμως, οι οποίες δεν πρόσκειντο σε κομματικές παρατάξεις, αλλά πιστεύαν σε ρομαντικά ιδεώδη στη μνήμη μας έρχεται μόνο η Σαρλότ Κορντέ, που σκότωσε τον Μαρά. Για τις ακτιβίστριες των δικαιωμάτων του γυναικείου φύλου επικρατεί ιστορική σιωπή με τον γνωστό στόχο, τη λήθη.

Στις 5 Οκτωβρίου του 1789, 7.000 οι γυναίκες, αγανακτισμένες από την τεράστια αύξηση της τιμής του ψωμιού και αναστατωμένες από φήμες σύμφωνα με τις οποίες ο βασιλιάς ήταν απρόθυμος να συνεργαστεί με την Εθνοσυνέλευση, έκαναν πορεία ως τις Βερσαλλίες, την κατοικία του βασιλιά, και ζήτησαν ακρόαση. Καθώς δεν ικανοποιήθηκαν από την υποδοχή της Εθνοσυνέλευσης, παραβίασαν τις πύλες, σκότωσαν τους φρουρούς και μπήκαν στα ανάκτορα, απαιτώντας να πάει ο βασιλιάς στο Παρίσι, γεγονός που πραγματοποιήθηκε, αναγκαστικά, την επόμενη μέρα. Από την ημέρα εκείνη η βασιλική οικογένεια ήταν ουσιαστικά αιχμάλωτη στο Παρίσι, στα ανάκτορα του Κεραμεικού.

Οι εκλογές των Γενικών Τάξεων, άρχισαν τον Φεβρουάριο του 1789. Οι εκλογείς ήταν χωρισμένοι σε τρείς κοινωνικές τάξεις. Στις δύο, ήταν οι Ευγενείς και ο Κλήρος, στην Τρίτη, οι διανοούμενοι, οι μικροαστοί, οι μικροεπαγγελματίες. Οι υπόλοιποι του Γαλλικού λαού, οι εργάτες, οι ακτήμονες αγρότες, οι χωρίς επάγγελμα προλετάριοι, τα απομεινάρια – χωρίς στον ήλιο μοίρα, δεν ανήκαν πουθενά. Γραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους, ήταν όλοι, όσοι είχαν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας τους. Οι γυναίκες, ήταν απ΄ έξω από το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Ήταν όμως, γραμμένες στους φορολογικούς καταλόγους, σε ισότιμη με τους άνδρες επιβάρυνση. Oι Γαλλίδες, ένιωθαν άβολα με τη μειονεκτική θέση που τις είχαν τοποθετήσει. Διεκδικούσαν την αναγνώρισή τους.

Υποκινητής και συμπαραστάτης ο μαρκήσιος ντε Κοντορσέ, φιλόσοφος και με ξεχωριστή φυσιογνωμία και ηθικό ανάστημα. Ο Κοντορσέ ήταν ένας πεπεισμένος φιλελεύθερος και πολιτιστικός νεωτεριστής πριν και μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Το 1790 εξέφρασε την επιθυμία του να κατέχουν ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και οι γυναίκες. Στο πολιτικό δοκίμιο του Sur l’admission des femmes au droit de cité που δημοσιεύτηκε στις 3 Ιουλίου 1790 κάνει λόγο για την εισαγωγή του δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες. Ακόμη υποστήριξε την καθολική και μικτή εκπαίδευση (μεταξύ των δυο φύλων).

Oι φεμινιστικές του απόψεις, μαζί με τις αντιρρήσεις του για την εφαρμογή της θανατικής ποινής, και οι θέσεις του για το αναφαίρετο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, τον οδήγησαν στη φυλάκιση και τελικά στον θάνατο.

Τα δημοσιεύματα και οι αγώνες του Κοντορσέ, βρήκαν απήχηση και ανταπόκριση και έδωσαν ερείσματα στο φεμινιστικό κίνημα. Με υπομνήματα οι γυναίκες, ζήτησαν πρώτα τη χορήγηση ψήφου και την ανάγκη μεταρρύθμισης του ‘‘Δικαίου του Γάμου’’, αλλά και της καθιέρωσης του διαζυγίου. «Ο σύζυγος είναι κύριος του προσώπου, της προίκας και του δικαιωμάτων της γυναίκας», έγραφε ο ανδροκρατούμενος τύπος «επί της οποίας έχει και την απόλυτη εξουσία».

Το Δίκαιο της προεπαναστατικής περιόδου – που δεν καταργήθηκε και μετά από την επανάσταση-επέτρεπε τον “σωφρονισμό” της γυναίκας από τον άνδρα ακόμη και ξυλοκόπημα. Η μοιχεία επέφερε ποινή δύο σταθμών: Για τον άνδρα πρόστιμο, για τη γυναίκα φυλάκιση. Όποτε ήθελε, ο άνδρας μπορούσε να χωρίσει τη γυναίκα του και σε συνέχεια να την κλείσει σε μοναστήρι.

Η “Εκκλησία” συμπαραστεκόταν στην ανδρική επιβουλή, επιτρέποντας τον χωρισμό από “κοίτης και τραπέζης” όχι όμως και το διαζύγιο. Για το διαζύγιο αποφάσιζε η Ρώμη, η οποία κατά κανόνα δεν το δεχόταν. Άλλωστε, η προσφυγή τόσο στην εκκλησία, όσο και στα Γαλλικά δικαστήρια, ήταν μια ιδιαίτερα χρονοβόρα, δαπανηρή διαδικασία, που φάνταζε όνειρο απλησίαστο.

Έτσι, αφ΄ ενός μεν δεν επερχόταν η νομική και εκκλησιαστική διάλυση του γάμου, αφ’ ετέρου, δεν επιτρεπόταν και ο νέος γάμος.

Τελικά, οι συντάκτες των προς συζήτηση υπομνημάτων στις επαναστατικές συνελεύσεις, άρχισαν να πείθονται για το άλυτο του προβλήματος και περιορίστηκαν μόνο στα θέματα που αφορούσαν την εκπαίδευση της γυναίκας, που έπρεπε να γίνεται μόνο σε γυναικεία μοναστήρια και τη μητρότητα. Το τελευταίο ενδιέφερε και εξετάστηκε με ιδιαίτερη προσοχή, γιατί η μεγάλη βρεφική και παιδική θνησιμότητα επηρέαζε το δημογραφικό πρόβλημα. Ακόμη φιλεύσπλαχνοι, σκέφτηκαν να οργανώσουν και φιλανθρωπικά ιδρύματα για να βοηθήσουν τις μητέρες, να μην επαιτούν στους δρόμους.

Μπροστά σε αυτό το ωραίο κλίμα, της πολλαπλής άρνησης να συμπεριληφθούν μέσα στα γενικότερα αιτήματα οι διεκδικήσεις των γυναικών, αποφασίστηκε η δραστηριοποίηση σε ένα φεμινιστικό αγώνα.

Εξήντα εννέα φεμινιστικές ή προσκείμενες στο κίνημα εφημερίδες, έκαναν την εμφάνιση τους μέχρι τα τέλη του Αυγούστου του 1789. Στις 13 Αυγούστου 1789 κυκλοφόρησε ‘‘η Εφημερίς του Κράτους και του Πολίτη’’ , που αργότερα μετονομάστηκε σε ‘‘Εθνικό Ερμή’’, με εκδότρια την 30χρονη αριστοκράτισσα της Βρετάνης, την Λουίζα ντε Κεράλλιο.

Έγραφε: «Δυστυχώς, τι περιμένει κανείς, από μια κοινωνία που η εκπαίδευση της, άγεται και φέρεται από μια Πομπαδούρ, από μια γυναίκα που έχει χάσει την αιδώ. Τι να περιμένεις πια από αυτήν την κοινωνία, δικαιοσύνη ή ανθρωπιά;».

Η Μαρί Γκουζ γνωστή με το ψευδόνυμο Ολυμπία ντε Γκουζ, ανέλαβε πολιτική και κοινωνική δράση σε ζητήματα που κυμαίνονταν από τη βελτίωση δρόμων έως το διαζύγιο, τα νοσοκομεία μητρότητας και τα δικαιώματα των ορφανών παιδιών και των ανύπαντρων μητέρων και έγραψε προφητικά για την υπεράσπιση των ιδεών της.

Η Ολυμπία ντε Γκουζ τον Σεπτέμβριο του 1791, εξέδωσε φυλλάδιο, ασκώντας κριτική στους συντάκτες της «Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Άνδρα και του Πολίτη», με την οποία διεκδικούσαν ίσα δικαιώματα για κάθε πολίτη ανεξαρτήτως κοινωνικής βαθμίδας, το αναδημιούργησε συντάσσοντας την «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων της Γυναίκας και της Πολίτιδας». Στο μανιφέστο αυτό η Ντε Γκούζ παρουσιάζει τη γυναίκα όχι ως συμπαραστάτρια του άντρα αλλά ίση με αυτόν και απαιτεί ίσα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα μεταξύ των δύο φύλων. Απαιτούσε τη συμμετοχή της γυναίκας σε δημόσιες και ιδιωτικές θέσεις και την καθιέρωση του θεσμού της αναζήτησης της πατρότητας. Τα αιτήματά της απορρίφθηκαν από τους επαναστάτες και την 3η Νοεμβρίου 1793 εξαιτίας των πεποιθήσεών της, την οδήγησαν στην γκιλοτίνα. Ανεβαίνοντας τα σκαλιά του ικριώματος η Ολυμπία ρώτησε: «Αν οι γυναίκες είμαστε άξιες ν’ ανέβουμε στην γκιλοτίνα, γιατί να μην μπορούμε ν’ ανέβουμε και στα έδρανα του δικαστηρίου;»

Εκείνη την εποχή, οι αποκεφαλισμοί των γυναικών ήταν συνηθισμένο και καθημερινό φαινόμενο γιατί οι γυναίκες εθεωρούντο επικίνδυνες για την επανάσταση ιδίως μετά τη δολοφονία του ηγέτη Μαρά, τον Ιούλιο του 1793.

Η Μαρί Αν Σαρλότ Κορντέ ντ΄Αρμόν, ήταν δεν ήταν 21 ετών, όταν άρχισε η επανάσταση. Βλέποντας την αφόρητη κατάσταση της φτώχειας, πείνας και τρομοκρατίας, αλλά και έχοντας ζήσει τον κατατρεγμό και το ξεκλήρισμα της οικογενείας της μίσησε τους πάντες και ιδιαίτερα τον Μαρά, στον οποίο καταλόγιζε ευθύνες για τον εκτροχιασμό της επανάστασης από τους αρχικούς σκοπούς της και για τις πράξεις εξολόθρευσης των μετριοπαθών Γιρονδίνων. Στη δίκη της, η Κορντέ παραδέχτηκε ότι διέπραξε μόνη της τη δολοφονία, «για να σώσει 100.000 ανθρώπους». Πέθανε στη λαιμητόμο. Ο Μαρά τιμήθηκε ως ήρωας, αλλά δύο χρόνια μετά, η Κορντέ αποκαταστάθηκε καθώς θεωρήθηκε ότι βοήθησε στην εξολόθρευση ενός «τέρατος».

Στο μεταξύ στην Κονσιερζερί, ήταν φυλακισμένη η Μαρία Αντουανέττα. Μετά την δολοφονία του Μαρά, θυμήθηκαν ότι έπρεπε να την εκδικηθούν.

Την Αντουανέττα όταν τη συνέλαβαν της πήραν το παιδί της τον Κάρολο και το έδωσαν σε μια “κομματική” οικογένεια έναντι παχυλής αντιμισθίας. Ο μικρός δελφίνος Κάρολος που ήταν τότε περίπου 8 ετών δέχτηκε και αφομοίωσε μαθήματα μίσους για τους γονείς του, που του δίδαξαν οι κομισάριοι επιστρατευμένοι κηδεμόνες. Έτσι οσάκις άκουγε την λαιμητόμο να πέφτει, χαιρόταν. «Δεν αποκεφάλισαν ακόμα, αυτές τις βρώμες» είχε ακουστεί να λέει. Και όταν τον έφεραν στη δίκη της μητέρας του, δασκαλεμένος κατέθεσε ότι είχε με αυτή αιμομικτικές σχέσεις. «Η φύση αρνείται να απαντήσει σε μια τέτοια κατηγορία» είχε αντικρούσει η Αντουανέττα στο δικαστήριο. Στις 19 Οκτωβρίου 1793, την αποκεφάλισαν και αυτή.

Οι Επαναστάτες δεν ήθελαν τελικά γυναίκες αγωνίστριες. Ήθελαν Γαλλίδες υποταγμένες στην παραδοσιακή τους θέση. Οι γυναίκες ήταν δύναμη της Επανάστασης και όπως γράφει η ιστορικός Λούσι Μουρ «η κυβέρνηση γνώριζε πολύ καλά ότι στην εξουσία είχε ανέβει γιατί οι γυναίκες στις εργατικές γειτονιές ζητούσαν ψωμί». Και τον ψίθυρο των γυναικών στις λαϊκές αγορές φοβόταν η Επανάσταση. Η δύναμη των γυναικών ήταν απολύτως αναγνωρίσιμη γι’ αυτό και την συνέτριβαν όταν φαινόταν να μη συμβαδίζει με τους «επαναστατικούς» στόχους. Άλλες γυναίκες, που η δράση και ο θάνατός τους καταγράφτηκε εκείνη την εποχή ήταν:

H Μαρί-Ζαν Ρολάν (Marie-Jeanne Roland), γνωστότερη απλώς ως Μαντάμ Ρολάν, ήταν Γαλλίδα επαναστάτρια και σημαντικό μέλος της πολιτικής ομάδας των Γιρονδίνων. Ήταν σύζυγος του επαναστάτη Ρολάν ντε λα Πλατιέρ, φιλοσόφου προοδευτικού και μέλους της λέσχης των Γιρονδίνων, προκρίτου της Κομμούνας και βουλευτή της Λυών μα και φίλου του Ροβεσπιέρου. ‘Οταν οι Γιρονδίνοι ήρθαν σε ρήξη με τους Ορεινούς, οι οποίοι ήταν αδίστακτοι. Με αρχηγούς τον Ροβεσπιέρο, τον Δαντόν και τον Μαρά ήθελαν τη δικτατορία του τρόμου. Η Μαντάμ Ρολάν γνωστή σαν Μανόν θεωρείται ότι ήταν ελκυστική αν και όχι όμορφη. Οι ιδέες της ήταν σαφείς, ενώ οι τρόποι της ήταν αβροί και ήρεμοι. Είχε έντονη την ικανότητα να παρατηρεί και επιπλέον έγινε διάσημη (και έκανε διάσημο και τον σύζυγό της) λόγω της ικανότητάς της να φέρνει σε επαφή άτομα μέσω της συγκρότησης κοινωνικών δικτύων. Διαδραμάτισε σοβαρό ρόλο στην επανάσταση αλλά οι επαναστάτες την αποποιήθηκαν. Καταδικάστηκε σε θάνατο και αποκεφαλίστηκε στην γκιλοτίνα στις 8 Νοεμβρίου 1793. Προτού θέσει το κεφάλι της στο ξύλινο δοκάρι της λαιμητόμου, έσκυψε προς το άγαλμα της Ελευθερίας που βρισκόταν στην Πλατεία Ομόνοιας (και αργότερα Πλατεία της Επανάστασης). Ψέλλισε τα τελευταία της λόγια, που ήταν: «O Liberté, que de crimes on commet en ton nom! (Ω Ελευθερία, τι εγκλήματα διαπράττονται εν ονόματί σου!)» Καταδικάστηκε, γιατί σαν γυναίκα δεν είχε δικαίωμα να αναμειχθεί στην πολιτική ζωή της χώρας της.

«Επί τέλους μέσα σε λίγο χρόνο, το επαναστατικό δικαστήριο έδωσε ένα καλό μάθημα στις γυναίκες», έγραψε ο Τύπος. Το περιοδικό Εστία του 1989 ( ‘’Το παλαιό καθεστώς και η Επανάσταση’’ Αl. De Toqueville εκδ. Πόλις) αναφέρει στο σχετικό άρθρο : «Εδώ βλέπομε, πόσο η επανάσταση φοβόταν την ανύψωση της γυναίκας».

Σε αυτές τις φρικτές εκτελέσεις, τις δίκες αθώων θυμάτων, ο φανατισμός και αλλοφροσύνη, είχε συμπαραστάτριες και θεατές γυναίκες του λαού που με τα πλεκτά τους στο χέρι, παρακολουθούσαν ανελλιπώς. Αυτές ήταν οι αιμοσταγείς “Πλέκτριες” γυναίκες του λαού (Citoyennes tricoteuses).

Η Βελγικής καταγωγής επαναστάτρια που την αποκαλούσαν «Ωραία Λιεγέζα» («La belle Liegeoise»), «Κόκκινη Αμαζόνα» και «Κόρη της Επανάστασης», ιδρύτρια της βραχύβιας «Λέσχης των Φίλων του Νόμου» («Club des Amis de la Loi»), πρώιμη φεμινίστρια, ήταν εγκλωβισμένη στην πολιτική παράταξη των «Γιρονδίνων», η προδοσία των οποίων την παρέσυρε άδικα στην καταστροφή. Η Τερουάν ντε Μερικούρ πρωτεργάτρια της εξέγερσης, στην άλωση των ανακτόρων του Κεραμεικού, συνάντησε τον Σιλό, διευθυντή εφημερίδας, που την έβριζε από τις στήλες της και τον σκότωσε. Έκοψε έπειτα το κεφάλι του, το έμπηξε σε μια λόγχη και το πήγε στην επαναστατική συνέλευση .

Στις 25 Μαρτίου 1792 και στην κατάμεστη από γυναίκες αίθουσα της «Societe Fraternelle des Minimes» του Faubourg Saint-Antoine, η Τερουάν ζήτησε για μια ακόμη φορά να δοθούν όπλα στις «citoyennes»: «στα όπλα! στα όπλα! Η Φύση και το δίκαιο μας δίνουν το δικαίωμα να οπλιστούμε. Ας αποδείξουμε στους άντρες ότι δεν υστερούμε ούτε σε αρετή, ούτε σε κουράγιο. Ας αποδείξουμε στην Ευρώπη ότι οι Γαλλίδες ξέρουν τα δικαιώματά τους». Αυτό προκάλεσε ανησυχία στους άντρες του Faubourg Saint-Antoine, που, φοβούμενοι ότι οι γυναίκες τους θα εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, απείλησαν στις αρχές του Απριλίου με ξυλοδαρμό την Τερουάν και τις λίγες γυναίκες που την πλαισίωναν. Κατηγορήθηκε για την οργάνωση σχεδίου δολοφονίας της Αντουανέτας. Στις εμφύλιες έριδες των επαναστατικών ημερών, ήρθε σε αντιδικία με τις αρχές, βασανίστηκε μέχρι που παραφρόνησε από τους Ιακωβίνους και μετά την έκλεισαν στο ψυχιατρείο της Σαλπετριέρης, όπου και πέθανε το 1817 σε ένα σιδερένιο κλουβί με πέτρινο πάτωμα ημίγυμνη από τον παγερό χειμώνα.

Καμιά γυναικεία πρόταση και αναγνώριση τελικά δεν έγινε αποδεκτή από τους επαναστάτες. «Τώρα θα μας ζητήσετε και όπλα», πήραν σαν απόκριση.

Η Τερεζία Καμπαρί Φοντενέ υπονόμευσε τον μισογυνισμό με υποδόρια μέσα, φτάνοντας να αποκτήσει μια αξιοσημείωτη δύναμη. Η Φοντενέ φορούσε δαχτυλίδια στα δάχτυλα των ποδιών της, για να κρύψει τα σημάδια που της είχαν αφήσει τα δαγκώματα των ποντικών στη φυλακή. Αξίωνε ότι αυτή έπεισε τον άντρα της Ταλιάν να απειλήσει τον Ροβεσπιέρο με μαχαίρι, επιταχύνοντας έτσι το τέλος της τρομοκρατίας.

Όταν όμως αργότερα, στις 11 Ιουλίου του 1792, άρχισε ο πόλεμος –γιατί θεωρήθηκε σαν η μόνη διέξοδος για να βγουν οι Γάλλοι από την κρίση-, οι γυναίκες αυτές, όλες οι κατατρεγμένες, στάθηκαν κοντά στους άνδρες που πολεμούσαν. Με οργανωμένα τάγματα, τα τάγματα των Αμαζόνων (Les Amazones de BicenBiggor) που έμειναν στην ιστορία. Μα και εδώ η Συμβατική Συνέλευση των επαναστατών δεν κατάφερε να σταθεί στο ύψος της: «Το κοπάδι αυτό των γυναικών που έρχεται στο κατόπι μας, σέρνει μαζί του τις αρρώστιες και την εκφύλιση των ηθών μας», έλεγαν.

Το 1795 η Συμβατική τοιχοκόλλησε. «Όλες οι γυναίκες να γυρίσουν στα σπίτια τους. Εκεί και μόνο είναι η θέση τους και οι δουλειές τους. Όσες βρεθούν να γυρίζουν στο δρόμο, θα διαλύονται βίαια».

Ένας λαϊκός ξεσηκωμός, που ξεκίνησε σαν αστική μεταρρύθμιση και κατέληξε σε επανάσταση και τρομοκρατία, κατέληξε άδοξα για το γυναικείο κίνημα. Κανένα από τα επαναστατικά συντάγματα, 1791, 1793,1795, δεν έδωσε το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, δεν τις αναγνώρισε σαν ισότιμες πολίτιδες. Και όταν αργότερα μετά το τέλος της επαναστατικής περιόδου, ήρθε στα πράγματα ο Ναπολέον, ο οποίος έγραψε στο βιβλίο του “Pensees Politiques et Sociales” «Οι γυναίκες, δεν είναι παρά μηχανές για να κάνουν παιδιά», στους περίφημους νομικούς ‘‘Κώδικές’’ του, καταγράφηκε ότι οι γυναίκες οφείλουν να υπακούνε τους άνδρες.

Η Μαντάμ ντε Σταλ ανατρεπτική προσωπικότητα και προοδευτική γυναίκα, γαλλίδα συγγραφέας ελβετικής καταγωγής, άνοιξε με το έργο της το δρόμο στο γαλλικό ρομαντισμό και συνέβαλε στη διαμόρφωση της νεότερης λογοτεχνικής κριτικής. Τα χρόνια της Επανάστασης, όπου έζησε, επέδρασαν στον χαρακτήρα της. Εκείνη την εποχή, κατά την οποία ο καθένας άλλαζε ξαφνικά όνομα και κατάσταση, θέση και περιουσία, η Μαντάμ ντε Σταλ , ήρθε να καταγγείλει τη διαφθορά του παλιού καθεστώτος στη Γαλλία, αλλά στη συνέχεια να ασκήσει σκληρή κριτική στις ακρότητες των Ιακωβίνων και να συγκρουστεί με τον Ναπολέοντα που την εξόρισε τρεις φορές. Είναι αδύνατον σήμερα να μιλήσει κανείς για τον ρομαντισμό χωρίς να την αναφέρει, αφού αυτή, στην ουσία, εισήγαγε τον όρο. Η Ντε Σταλ που πέθανε στην εξορία, πίστευε ότι «μέτρο του πολιτισμού μιας κοινωνίας είναι το πώς αντιμετωπίζει τις γυναίκες».

Ο ρόλος που έπαιξαν τότε οι γυναίκες, τόσο με την ανεξάρτητη δράση τους, όσο και στο πλάι πρωταγωνιστών των γεγονότων, αποδεικνύει ότι οι γυναίκες δεν υστέρησαν σε πράξεις ηρωισμού από τους επαναστάτες άντρες, παρ’ όλο το ανδροκρατικό πνεύμα κείνης της εποχής. Με τις πρωτοβουλίες τους και την αυτοθυσία τους βοήθησαν ενεργά να επικρατήσουν οι αρχές της Επανάστασης του 1789 και απόδειξαν άλλη μια φορά ότι η παρουσία της γυναίκας ήταν, εξίσου απαραίτητη με κείνη των ανδρών. Δυστυχώς η προδοσία των συναγωνιστών τους, τους επιφύλαξε το άδοξο τέλος ενός μεγαλειώδους ονείρου. Αλλά ήδη είχαν σπείρει τον σπόρο.